Η μεταπολεμική διεθνής οικονομική τάξη οικοδομήθηκε πάνω στις φιλελεύθερες αρχές του Bretton Woods και στους θεσμούς που παρήχθησαν στη βάση του. Ο στόχος δεν ήταν άλλος από την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και την εξασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η περίοδος μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηρίστηκε από σημαντική οικονομική πρόοδο, άνοιγμα των εθνικών οικονομιών, επέκταση της (οικονομικής κυρίως) παγκοσμιοποίησης και σταδιακή μείωση των εμποδίων στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Όλα αυτά με παγιωμένη την αντίληψη πως η συνεργασία μεταφράζεται σε κέρδος για όλους τους συμμετέχοντες.
Τις τελευταίες όμως δεκαετίες γίναμε μάρτυρες της ανάδειξης σημαντικών αδυναμιών του συγκεκριμένου μοντέλου, κυρίως μέσα από δύο κρίσεις με παγκόσμιες διαστάσεις και επιπτώσεις. Η πρώτη – η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – έφερε στο φως το γεγονός πως η απελευθέρωση των αγορών και η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση δεν συνεπάγεται μονάχα με κέρδη για όλους αλλά αντίθετα έχει όρια και δύναται να παράξει συστημική αστάθεια που υπερβαίνει τις δυνατότητες αντιμετώπισης των κρατών και των διεθνών θεσμών. Η δεύτερη – η πανδημική κρίση του COVID-19 το 2020 – αποτέλεσε την απόδειξη πως η υπερ-παγκοσμιοποίηση και η υπερ-εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές και γεωγραφικές περιοχές δύναται να μετατρέψει μια κρίση από υγειονομική σε μια πολύ-κρίση με σημαντικές οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε έναν μετασχηματισμό της παγκόσμιας οικονομίας που περιλάμβανε μεταξύ άλλων, τη χρήση οικονομικών κυρώσεων και περιορισμών, την επανεμφάνιση βιομηχανικών πολιτικών, την αναδιάρθρωση των αλυσίδων εφοδιασμού και την εμφάνιση του όρου «στρατηγική αυτονομία». Το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της μετάβασης είναι πως η αλληλεξάρτηση που άλλοτε αποτελούσε σταθεροποιητικό παράγοντα του διεθνούς οικονομικού συστήματος μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε «εργαλείο». Η έννοια της «weaponized interdependence» όπως περιγράφεται από τους πολιτικούς επιστήμονες Farell και Newman αντιπροσωπεύει την αξιοποίηση των βασικών δικτύων της παγκοσμιοποίησης, όπως τα χρηματοπιστωτικά συστήματα και τις αλυσίδες εφοδιασμού, ως μέσα πίεσης, εξαναγκασμού και γεωοικονομικής ισχύος. Οι ΗΠΑ και η Κίνα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατών που επιδιώκουν σε αρκετές περιπτώσεις να αξιοποιήσουν τη συγκεκριμένη δυναμική.
Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε μπροστά στην πλήρη κατάρρευση της φιλελεύθερης διεθνούς οικονομικής τάξης, ούτε στην επιστροφή στον κλασικό μερκαντιλισμό. Η εποχή μας φαίνεται να διαμορφώνεται στη βάση μιας περισσότερο σύνθετης, υβριδικής, μετά-φιλελεύθερης διεθνούς οικονομικής τάξης. Οι αγορές δεν τείνουν προς συρρίκνωση και η πολυμερής συνεργασία προς υποχώρηση αλλά παρατηρείται μια συνύπαρξη φιλελεύθερων στοιχείων σε συνδυασμό με μια συστημική επάνοδο του κράτους ως στρατηγικού δρώντα. Πλέον το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποδοτικότητα αλλά και η ανθεκτικότητα, ενώ έννοιες όπως «χαμηλότερο κόστος» και «ουδετερότητα της αγοράς» τείνουν σταδιακά να αντικατασταθούν από έννοιες όπως «ασφάλεια εφοδιασμού» και «στρατηγική επιλογή οικονομικών σχέσεων».
Οι τρεις βασικές τάσεις που αποτυπώνουν την έλευση της νέας αυτής πραγματικότητας είναι: Πρώτον, η επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής ως εργαλείο τεχνολογικής ανάπτυξης, ενεργειακής μετάβασης και προστασίας κρίσιμων κλάδων της οικονομίας. Δεύτερον, η αναδιάρθρωση των αλυσίδων παραγωγής με τάσεις επαναπατρισμού και περιφερειοποίησης με απώτερο σκοπό τη μείωση των κινδύνων της εξάρτησης. Τρίτον, η σταδιακή μετατροπή της οικονομικής πολιτικής σε γεωπολιτικό και γεωοικονομικό εργαλείο, ακόμα και μέσω της μετατροπής της πρόσβασης στις αγορές σε μοχλό πίεσης.
Έτσι φτάνουμε στον γεωοικονομικό ρεαλισμό. Στο φιλελεύθερο παράδειγμα το κράτος λειτουργεί ως ρυθμιστής των αποτυχιών της αγοράς ενώ στο ρεαλιστικό, το κράτος εκλαμβάνει την παγκόσμια οικονομία ως πεδίο ανταγωνισμού όχι μόνο σε όρους απόλυτων οφελών αλλά και σχετικών αποδόσεων συγκριτικά με τους ανταγωνιστές του. Η μετάβαση στο νέο διεθνές αυτό πλαίσιο δεν συνεπάγεται την επικράτηση ενός εκ των δυο παραδειγμάτων αλλά τη στροφή προς ένα υβριδικό μοντέλο όπου οι αγορές συνεχίζουν να λειτουργούν και ταυτόχρονα τα κράτη επιδιώκουν τον μετριασμό της έκθεσης τους σε κινδύνους και τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων τους.
Η μετα-φιλελεύθερη τάξη συνοδεύεται και από νέες προκλήσεις. Ο κίνδυνος κατακερματισμού του διεθνούς συστήματος και η εμφάνιση έντονων διαχωρισμών σε τομείς όπως η ενέργεια και η τεχνολογία αυξάνονται. Ταυτόχρονα, οι διεθνείς οργανισμοί οι οποίοι σχεδιάστηκαν στη βάση μιας «αμοιβαία επωφελούς» οικονομικής αλληλεξάρτησης δείχνουν δυσκινησία στην προσαρμογή σε ένα περιβάλλον στο οποίο η οικονομία λειτουργεί όλο και περισσότερο ως εργαλείο γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Το βασικό ζητούμενο σήμερα δεν είναι η επιλογή μεταξύ συμμετοχής ή όχι σε αυτή τη μετάβαση της παγκόσμιας οικονομίας αλλά το πως τα κράτη θα διαμορφώσουν τη στρατηγική τους μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο. Η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και η ανασυγκρότηση της, η οικοδόμηση ανθεκτικότητας, η «προτεραιοποίηση» κρίσιμων τομέων και η στροφή προς ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης με στοιχεία πρόνοιας αποτελούν πλέον αναγκαιότητα. Η νέα εποχή δεν θέτει το δίλημμα κράτος ή αγορά, αλλά επαναφέρει ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο επανασχεδιασμού της μεταξύ τους σχέσης, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η οικονομική αλληλεξάρτηση αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ευημερίας και πεδίο ανταγωνισμού. Σε αυτή την πραγματικότητα, οι δρώντες που καλούνται να διαμορφώσουν τις απαντήσεις δεν είναι άλλοι από τα εθνικά κράτη.
* Ο Κωνσταντίνος Πεχυνάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Επιστημονικός Συνεργάτης του ΙΔΟΣ και μέλος της ΕΔΕΠΟ.
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

