Ο ιδιοκτήτης από του οποίου το κτήμα ξεκίνησε η φωτιά (απρόσεκτο κάψιμο κλαδιών) καταδικάστηκε με ποινή φυλάκισης 3 ετών, με ισόβια αναστολή και χρηματική ποινή. Οι υπόλοιποι 15 κατηγορούμενοι, μεταξύ αυτών ανώτεροι υπάλληλοι του κράτους και αιρετοί, ομοφώνως αθωώθηκαν.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Εφετείο και τον Ιούνιο του 2025 κρίθηκαν ένοχοι 10 από τους 21 κατηγορούμενους. Ένοχοι κρίθηκαν ο Ιωάννης Καπάκης -τότε γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, αλλά και οι έξι πρωτοδίκως καταδικασθέντες: Ο Σωτήρης Τερζούδης, πρώην αρχηγός της Πυροσβεστικής, ο Βασίλης Ματθαιόπουλος τότε υπαρχηγός, ο Ιωάννης Φωστιέρης πρώην επικεφαλής του ΕΣΚΕ, ο Νικόλαος Παναγιωτόπουλος, πρώην Διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Αθηνών, ο Χαράλαμπος Χιώνης πρώην Διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Ανατολικής Αττικής και ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκίνησε η φωτιά. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων έκρινε ενόχους επίσης τους Φίλιππο Παντελεάκο τότε διευθυντή του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, Χρήστο Γκολφίνο Διευθυντή του «199» και Δαμιανό Παπαδόπουλο τότε Διοικητή του Πυροσβεστικού Σταθμού Νέας Μάκρης.
Οι Τερζούδης, Ματθαιόπουλος, Φωστιέρης και Καπάκης οδηγήθηκαν στη φυλακή για να εκτίσουν ποινή 5 ετών άνευ αναστολής και άνευ μετατροπής καθώς θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης νέων αδικημάτων. Για τους υπόλοιπους 6 κατηγορούμενους η ποινή μετατράπηκε σε χρηματική (10 ευρώ την ημέρα).
Οι εγκαυματίες και οι συγγενείς των θυμάτων, δηλώνουν απογοητευμένοι από την απόφαση του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι θα έπρεπε να καταδικαστούν και άλλα άτομα ως υπεύθυνοι ενώ πολλοί από τους ενόχους «γλύτωσαν» τη φυλακή μόνο με χρηματικό πρόστιμο. Πάγιο αίτημα των συγγενών ήταν η αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα, όπως είχε προτείνει τρεις φορές ο ανακριτής Αθανάσιος Μαρνέρης που χειρίστηκε την υπόθεση, αλλά η απάντηση ήταν αρνητική και τις τρεις φορές από την Εισαγγελία.
Το Μάτι σήμερα, μπορεί να έχει πρασινίσει και πάλι αλλά δεν θυμίζει σε τίποτα το Μάτι πριν τη φωτιά. Πολλά σπίτια παραμένουν ακόμη ερείπια καθώς οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα ξαναφτιάξουν. Πρόκειται για σπίτια που δεν κρίθηκαν κατεδαφιστέα και οι αποζημιώσεις που θα μπορούσαν να λάβουν οι ιδιοκτήτες τους δεν επαρκούσαν για την αποκατάστασή τους.

