Η νομισματική ένωση της Ευρώπης (ΟΝΕ) εξακολουθεί να στηρίζεται σε μια θεσμική αντίφαση: η νομισματική πολιτική εκτελείται από ένα θεσμό, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ η δημοσιονομική πολιτική παραμένει εθνική, και εκτελείται από 27 διαφορετικούς θεσμούς. Αυτό μπορεί να ήταν πολιτικά σκόπιμο στο Μάαστριχτ, αλλά ποτέ δεν ήταν ένα θεσμικά ολοκληρωμένο σχέδιο. Ως εκ τούτου, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε συνεχώς το ερώτημα για πόσο καιρό το ευρώ μπορεί να βασίζεται σε μια ενιαία κεντρική τράπεζα και σε ένα σύμπλεγμα εθνικών κρατικών ισολογισμών των οποίων ο πιστωτικός κίνδυνος αποκλίνει σε κάθε κρίση. Όταν το νόμισμα γίνεται ομοσπονδιακό, κάποια κοινή δημοσιονομική ικανότητα με κοινή έκδοση χρέους παύουν να είναι ιδεολογικές πολυτέλειες και γίνονται το δεύτερο μισό που χρειάζεται απεγνωσμένα η ΟΝΕ.
Αν είναι τόσο απαραίτητο, γιατί δεν έχει θεσμοποιηθεί;
Ωστόσο, οι βόρειες χώρες που μπλοκάρουν την χρήση κοινών ευρωομολόγων δεν ήταν ποτέ απλώς παράλογες ή κακόβουλες. Ο βασικός ενδοιασμός αυτών των χωρών είναι ο φόβος ότι ο επιμερισμός των κινδύνων που η χρήση συνεπάγεται, είναι συνώνυμος με την μόνιμη επιδότηση των φτωχότερων κρατών. Αυτός ο φόβος είναι λογικός σε δημοκρατίες αυτόνομων χωρών. Οι φορολογούμενοι του Βορρά έχουν κληθεί επανειλημμένως να ακούσουν την ηθική διάσταση του επιμερισμού του κινδύνου, αλλά σπάνια την εμπορική ή στρατηγική διάσταση που θα τους ωφελούσε. Η παροχή μονομερούς βοήθειας μπορεί να λειτουργεί περιστασιακά, αλλά δεν μπορεί να είναι μόνιμα καθιερωμένη μεταξύ χωρών. Ένα μόνιμο κοινό χρεόγραφο πρέπει να φέρνει ρητό και άμεσο κέρδος για αυτές τις χώρες, εφόσον καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερο ενδεχόμενο ρίσκο.
Τι έχει αμοιβαιοποιήσει η Ευρώπη μέχρι στιγμής και με ποιο σκοπό;
Η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με κοινούς δημοσιονομικούς πόρους και χρέους μέχρι στιγμής παρακινείται από τον στόχο της αλληλεγγύης. Το μακροχρόνιο σκεπτικό της πολιτικής συνοχής της ΕΕ είναι η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, οι οποίες με τη σειρά τους, θα ενισχύουν την ενιαία αγορά. Το ίδιο σκεπτικό επικράτησε και την εποχή της πανδημίας με την δημιουργία του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας όπου ο στόχος ήταν η άμεση βοήθεια σε όσους επλήγησαν περισσότερο από τον κορωνοϊό, και η οικονομία τους επηρεάστηκε από τις συνέπειες της πανδημίας.
Οι στόχοι της σύγκλισης και της ανακούφισης από κρίσεις ήταν, και παραμένουν, θεμιτοί. Δεν αρκούν, ωστόσο, στην εποχή του κατακερματισμού και γεωπολιτικών κλυδωνισμών.
Ο νέος σκοπός: ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, κλίμακα και προστασία
Στην σημερινή συγκυρία το σκεπτικό πρέπει να είναι διαφορετικό, γιατί διακυβεύεται η οικονομική και πολιτική ασφάλεια της ΕΕ. Το νέο αίτημα για επιμερισμό των κινδύνων μέσω κοινού χρέους δεν είναι η αναδιανομή ή η συνοχή, αλλά η κλήση για δημιουργία οικονομικής κλίμακας, η μείωση των επικίνδυνων εξαρτήσεως, όπως στην ενέργεια, την άμυνα και την ψηφιακή τεχνολογία, και η ανάπτυξη δεξιοτήτων και παραγωγικότητας.
Εάν αυτός όμως είναι ο σκοπός, τότε πρέπει να αλλάξει και ο σχεδιασμός. Οι χώρες που καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό κίνδυνο, από αυτό που υφίστανται εθνικά, μέσα από τον κοινό δανεισμό θα πρέπει να είναι οι πρώτες που θα επωφεληθούν. Αυτό σημαίνει οριοθέτηση των εσόδων από τα ευρωομόλογα για γνήσια ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, όχι για τρέχουσες δαπάνες. Σημαίνει κατανομή κεφαλαίων ανταγωνιστικά και όχι γεωγραφικά με τον βιομηχανικό πυρήνα της Ευρώπης, και στην ουσία τον Βορρά, να απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο συμβάσεων. Και τέλος σημαίνει αυστηρή διακυβέρνηση: το κοινό χρέος θα πρέπει να χρηματοδοτεί δημόσια αγαθά με μετρήσιμες ευρωπαϊκές δευτερογενείς επιπτώσεις.
Μόνο έτσι θα γινόταν η έκδοση χρέους πολιτικά αποδεκτή από αυτούς που παραδοσιακά της φέρνουν εμπόδια. Το ερώτημα όμως είναι αν οι υπόλοιπες χώρες, αυτές που παραδοσιακά υποστηρίζουν το κοινό χρέος, είναι έτοιμες να δεχτούν να πάει το μεγαλύτερο μερίδιο αυτών των πόρων στις χώρες του Βορρά, ως αναγκαία προϋπόθεση.
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι θετική για δύο λόγους. Πρώτον με την έκδοση κοινού χρέους θα μπορεί και η υπόλοιπη Ευρώπη να δανείζεται σε χαμηλότερες τιμές και δεύτερο, όλες οι χώρες θα επωφελούνται από μετρήσιμες δευτερογενείς επιπτώσεις κλίμακας και ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών. Δεν θα πρόκειται έτσι για αλληλεγγύη αυτή τη φορά, αλλά για αμοιβαίο συμφέρον.
* Η Μαρία Δεμερτζή είναι Καθηγήτρια Οικονομικής Πολιτικής, Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

