Στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας, η σχέση της κοινωνίας με το τραπεζικό σύστημα δοκιμάστηκε σκληρά. Οι μνήμες των capital controls, των ανακεφαλαιοποιήσεων με χρήματα φορολογουμένων και της αγωνίας για τα “κόκκινα δάνεια” είναι ακόμα νωπές, δημιουργώντας συχνά ένα αίσθημα δικαιολογημένης δυσπιστίας ή και οργής. Ωστόσο, αν καταφέρουμε να παραμερίσουμε για λίγο τη συναισθηματική φόρτιση και εξετάσουμε ψύχραιμα τον μηχανισμό της οικονομίας, θα διαπιστώσουμε πως οι τράπεζες δεν είναι απλώς κερδοσκοπικοί οργανισμοί, αλλά μια θεμελιωδώς απαραίτητη υποδομή, εξίσου κρίσιμη με τα δίκτυα ύδρευσης ή ηλεκτρισμού. Η σταθερότητά τους, είτε μας είναι συμπαθείς είτε όχι, αποτελεί προϋπόθεση για την ευημερία καθενός από εμάς και κάθε νοικοκυριού.
Στον πυρήνα της λειτουργίας τους, οι τράπεζες επιτελούν ένα έργο που κανένας άλλος θεσμός δεν μπορεί να φέρει εις πέρας με την ίδια αποτελεσματικότητα: τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Φανταστείτε για μια στιγμή έναν κόσμο χωρίς τράπεζες. Αν κάποιος διέθετε αποταμιεύσεις και ήθελε να τις αξιοποιήσει, θα έπρεπε να βρει μόνος του έναν επιχειρηματία που αναζητά κεφάλαια, να αξιολογήσει την φερεγγυότητά του και να αναλάβει εξ ολοκλήρου το ρίσκο της μη επιστροφής των χρημάτων. Το τραπεζικό σύστημα λύνει αυτό το πρόβλημα συγκεντρώνοντας τις μικρές αποταμιεύσεις χιλιάδων ανθρώπων και διοχετεύοντάς τις οργανωμένα σε παραγωγικές επενδύσεις. Χωρίς αυτή τη διαδικασία, το χρήμα θα έμενε στάσιμο και η οικονομική δραστηριότητα θα μαράζωνε, καθώς καμία νέα επιχείρηση δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί και κανένα νέο σπίτι δεν θα μπορούσε να αγοραστεί εύκολα.
Πέρα όμως από τον δανεισμό, οι τράπεζες αποτελούν το “κυκλοφορικό σύστημα” της οικονομίας μέσω της διαχείρισης των πληρωμών. Η καθημερινότητα μιας σύγχρονης κοινωνίας βασίζεται στην εμπιστοσύνη ότι οι συναλλαγές θα ολοκληρωθούν. Από την πληρωμή της μισθοδοσίας ενός υπαλλήλου μέχρι την εξόφληση των προμηθευτών ενός σούπερ μάρκετ για να γεμίσουν τα ράφια, όλα περνούν μέσα από τα τραπεζικά δίκτυα. Όταν μια τράπεζα κλονίζεται, δεν σταματούν απλώς τα δάνεια, αλλά απειλείται με “έμφραγμα” ολόκληρη η εμπορική αλυσίδα. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατάρρευση ενός τραπεζικού ιδρύματος προκαλεί πανικό, πέρα από τους καταθέτες της. Πανικό που δεν συγκρίνεται με την πτώχευση καμίας άλλης εμπορικής επιχείρησης.
Ίσως όμως η πιο σκληρή και παρεξηγημένη αλήθεια είναι πως η τύχη των τραπεζών αφορά άμεσα ακόμα και εκείνους που δεν έχουν καθόλου χρήματα, καταθέσεις ή περιουσία: τους χαμηλόμισθους, τους συνταξιούχους και τους ανέργους. Είναι λάθος να πιστεύουμε πως η τραπεζική κρίση πλήττει μόνο τους “έχοντες”. Αντιθέτως, σε μια κατάρρευση, αυτοί που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι. Αυτό συμβαίνει διότι οι τράπεζες είναι ο βασικός αιμοδότης της πραγματικής οικονομίας και του κράτους. Όταν το τραπεζικό σύστημα παραλύει, το κράτος δυσκολεύεται να αντλήσει ρευστότητα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν άμεσα η καταβολή των συντάξεων, των επιδομάτων ανεργίας και η λειτουργία των δημόσιων δομών.
Επιπλέον, ο άνεργος που ελπίζει να βρει δουλειά, εξαρτάται απόλυτα από το αν μια μικρομεσαία επιχείρηση θα καταφέρει να πάρει δάνειο για να επεκταθεί και να τον προσλάβει. Χωρίς τραπεζική πίστωση, η “κοινωνική κινητικότητα” παγώνει: ο φτωχός παραμένει φτωχός γιατί δεν υπάρχει κανένας τρόπος να χρηματοδοτήσει μια νέα αρχή, ενώ ο πλούσιος —που έχει ήδη κεφάλαια— γίνεται ισχυρότερος καθώς δεν χρειάζεται δανεισμό. Επομένως, η σταθερότητα των τραπεζών δεν είναι προνόμιο των πλουσίων, αλλά η αναγκαία συνθήκη για να υπάρχει έστω και η ελπίδα βελτίωσης για όσους ξεκινούν από το μηδέν.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η απάντηση στο ερώτημα που βασανίζει πολλούς πολίτες: γιατί τα κράτη σπεύδουν να σώσουν τις τράπεζες όταν αυτές αποτυγχάνουν; Η απάντηση δεν είναι ηθική, αλλά βαθιά πρακτική και συστημική. Αν κλείσει ένα εμπορικό κατάστημα, η ζημιά είναι τοπική. Αν όμως καταρρεύσει μια συστημική τράπεζα, δημιουργείται ένα φαινόμενο ντόμινο που παρασύρει υγιείς επιχειρήσεις, εξαφανίζει αποταμιεύσεις και εκτοξεύει την ανεργία. Η κρατική παρέμβαση, λοιπόν, όσο άδικη κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, στοχεύει πρωτίστως στην προστασία του κοινωνικού ιστού και στη διασφάλιση ότι η οικονομία θα συνεχίσει να λειτουργεί, και όχι στη διάσωση των προσώπων που διοικούν τις τράπεζες, όπως λανθασμένα θεωρούν ορισμένοι.
Τέλος, είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η σημασία της τραπεζικής κερδοφορίας, η οποία συχνά δαιμονοποιείται. Μια τράπεζα που δεν παράγει κέρδη είναι μια τράπεζα ευάλωτη και επικίνδυνη για την οικονομία. Τα κέρδη λειτουργούν ως “μαξιλάρι ασφαλείας” που επιτρέπει στο ίδρυμα να απορροφά τις αναπόφευκτες ζημιές από δάνεια που δεν εξυπηρετούνται, χωρίς να χρειάζεται νέα κεφάλαια από τους φορολογούμενους. Μόνο ένα υγιές και κερδοφόρο τραπεζικό σύστημα μπορεί να αντλεί (φθηνά ή και ακριβά, αν απαιτείται π.χ. μέσω ELA) κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές και, κατά συνέπεια, να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία.
Στο δια ταύτα, ας είμαστε ρεαλιστές: το να μισείς τις τράπεζες μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρα συναισθηματική εκτόνωση και πολλά κομματικά οφέλη σε κάποιους, αλλά ως θέση οικονομικής πολιτικής είναι αυτοκτονική. Μια τράπεζα που “ματώνει” δεν είναι νίκη του λαού απέναντι στο κεφάλαιο· είναι η εγγύηση για περισσότερη φτώχεια, λιγότερες δουλειές και βαθύτερη εξάρτηση. Δεν χρειαζόμαστε τράπεζες που να μας είναι συμπαθείς· χρειαζόμαστε τράπεζες που να είναι ακλόνητες. Γιατί, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, όταν τρίζουν τα θεμέλια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τα συντρίμμια δεν πέφτουν στα ρετιρέ των τραπεζιτών, αλλά πλακώνουν τα υπόγεια των φτωχών…
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

