Στο «κόκκινο» βρίσκονται σήμερα οι αγορές με το bitcoin να υποχωρεί για πρώτη φορά μετά από επτά μήνες κάτω από τα 90.000 δολάρια. Το κλίμα διαμορφώνει ο τεχνολογικός κλάδος, λόγω των ιστορικά υψηλών αποτιμήσεων, καθώς πληθαίνουν καθημερινά οι φωνές όσων μιλούν για τον κίνδυνο «φούσκας» στην αγορά.
Καθώς συνεχίζεται η συζήτηση για το ενδεχόμενο «φούσκας», ο κορυφαίος οικονομολόγος Τζέρεμι Σίγκελ πιστεύει ότι ένα λιγότερο γνωστό συμπέρασμα από τη «φούσκα» του dot-com θα μπορούσε να λειτουργήσει προειδοποιητικά για έναν αναδυόμενο κίνδυνο στην σημερινή κατάσταση.
Ο Σίγκελ, ανώτερος οικονομολόγος στο WisdomTree και καθηγητής Χρηματοοικονομικών στη Σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, είναι αισιόδοξος για την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, πιστεύει ότι υπάρχει ένας κίνδυνος: οι εταιρείες να κάνουν σπατάλες δεσμεύοντας τεράστια ποσά δαπανών στην κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι εταιρείες δαπανούν σήμερα πρωτοφανή ποσά για να «τρέξουν» τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης τους, αλλά είναι πιθανό σύντομα να υπάρχουν πολύ λιγότερο δαπανηροί τρόποι για την ενίσχυση της τεχνολογίας, εξήγησε μιλώντας στο CNBC. «Νομίζω ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος με την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι αν θα λειτουργήσει, γιατί νομίζω ότι θα λειτουργήσει, αλλά αν μπορεί να γίνει πιο φθηνά», είπε χαρακτηριστικά ο Σίγκελ.
Ο οικονομολόγος συνέκρινε μάλιστα την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης με τη «φούσκα» του dot-com, υποστηρίζοντας ότι το πιο σημαντικό συμπέρασμα από εκείνη την εποχή είναι ότι ένας από τους λόγους που οδήγησαν τη «φούσκα» του dot-com να σκάσει είναι η κατακόρυφη πτώση του κόστους.
«Αυτό που πραγματικά προκάλεσε την κατάρρευση ήταν ότι βρήκαν τον τρόπο να μεταφέρουν 1.000 φορές περισσότερα δεδομένα μέσω των καλωδίων οπτικών ινών που τοποθετούσαν», σημείωσε. «Ξαφνικά, όλες οι εταιρείες που επρόκειτο να συνδέσουν το σύμπαν είπαν, ξέρετε κάτι, δεν χρειαζόμαστε τόσα πολλά».
Τα data centers
Ο Σίγκελ έθεσε το ερώτημα κατά πόσον οι εταιρείες μπορούν να συνεχίσουν να επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να δαπανούν δισεκατομμύρια δολάρια σε data centers. Κατά την άποψή του, η απάντηση είναι ναι, και το αποτέλεσμα θα είναι μια χαμηλή απόδοση της επένδυσης για την εταιρεία και, τελικά, για τους επενδυτές.
Άλλοι οικονομολόγοι έχουν αρχίσει επίσης να εκφράζουν ανησυχία για το μέγεθος και το εύρος των αυξημένων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Σε σημείωμά του τη Δευτέρα, ο Νιλ Σίρινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, διατύπωσε ένα παρόμοιο επιχείρημα.
«Η κλίμακα των τρεχουσών επενδύσεων είναι συγκρίσιμη με προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις— από τους σιδηροδρόμους μέχρι το διαδίκτυο», δήλωσε ο Σίρινγκ. «Όπως δείχνει η ιστορία, τέτοιες εκρήξεις σχεδόν πάντα περιλαμβάνουν κάποιο βαθμό υπερβολής. Ορισμένα έργα δεν θα αποδώσουν, αφήνοντας τους επενδυτές με τις ζημίες».
Παρόλα αυτά, οι αναλυτές επιμένουν με την αισιόδοξη διάθεση και την πεποίθηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει μετασχηματιστική δύναμη. Κατά τον Σίρινγκ, παρόλο που πολλές εταιρείες τεχνολογίας δεν επέζησαν από τη «φούσκα» του dot-com, το δίκτυο οπτικών ινών που άφησαν πίσω τους αποδείχθηκε πολύτιμο. Τα data centers της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να έχουν τον ίδιο αντίκτυπο.
«Αυτό που μπορεί να μοιάζει με σπάταλη επένδυση από οικονομική άποψη — και πράγματι αποτελεί σπατάλη για ορισμένες εταιρείες, με συνέπειες για τους επενδυτές τους — μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μέρος της διαδικασίας οικονομικής διάχυσης», δήλωσε ο Σίγκελ.
Με πληροφορίες από Business Insider

