Του Δημοσθένη Τρίγγα*
Αν κάποιος κοιτάξει ψύχραιμα τα οικονομικά στοιχεία των ελληνικών τραπεζών, χωρίς τις μνήμες της 10ετούς κρίσης να βαραίνουν τη σκέψη του, δύσκολα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κλάδος είναι “φούσκα”. Ωστόσο, το εντυπωσιακό ξεκίνημα του Ιανουαρίου 2026 με +18% για τις μετοχές του εγχώριου τραπεζικού κλάδου αλλά και το +100% των τελευταίων 52 εβδομάδων δείχνουν να έχουν εξαφανίσει την όποια έκπτωση είχαν οι ελληνικές τράπεζες σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Και τι, τώρα πουλάμε;
Το ζητούμενο πλέον για τις ελληνικές τράπεζες δεν είναι η επιβεβαίωση του re-rating, αλλά η ικανότητα του κλάδου να παράγει σταθερά κέρδη και προβλέψιμες αποδόσεις σε ένα πιο κανονικοποιημένο περιβάλλον, όπως συνηθίζεται για τον κλάδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το 2025 λειτούργησε περισσότερο ως έτος εξομάλυνσης παρά κορύφωσης. Τα καθαρά έσοδα από τόκους δέχθηκαν πιέσεις, όμως το χαμηλό σημείο φαίνεται να καταγράφηκε ήδη στο γ’ τρίμηνο. Από το 2026 και μετά, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς, με τον κλάδο να διαμορφώνει RoTE κοντά στο 15%, επίπεδο απόλυτα συγκρίσιμο πλέον με τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η έκπτωση πλέον δείχνει ουσιαστικά ανύπαρκτη!
Το κρίσιμο στοιχείο αυτής της φάσης είναι ότι η κερδοφορία δεν στηρίζεται πλέον σε έναν μόνο παράγοντα. Η πιστωτική επέκταση παραμένει ισχυρή, με τα εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 7%-9% έως το 2028. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ποιοτική: η ανάπτυξη προέρχεται κυρίως από εταιρικά χαρτοφυλάκια, έργα υποδομών και χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Δεν πρόκειται δηλαδή για κύκλο κατανάλωσης, αλλά για κύκλο επενδύσεων – και αυτό έχει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάνει κάτι που στο παρελθόν έμοιαζε δύσκολο: έχουν μειώσει ουσιαστικά την εξάρτησή τους από τα επιτόκια. Οι εκτιμήσεις για τα μη επιτοκιακά έσοδα κάνουν λόγω για ανάπτυξη περί του 15% το 2026, φθάνοντας να αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ¼ των βασικών εσόδων. Διαχείριση χαρτοφυλακίου, τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα και στοχευμένες εξαγορές λειτουργούν πλέον ως επαναλαμβανόμενη πηγή κερδών και όχι ως συμπληρωματική δραστηριότητα.
Στο μέτωπο του ρίσκου, ο κλάδος βρίσκεται στο πιο “καθαρό” σημείο της τελευταίας δεκαπενταετίας. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα κινούνται περί του 3%, ενώ το κόστος κινδύνου σταθεροποιείται γύρω στις 50 μονάδες βάσης. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν χρειάζεται πια να καταναλώνουν κεφάλαιο για άμυνα. Μπορούν να το κατευθύνουν σε ανάπτυξη και αποδόσεις.
Παράλληλα, για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, οι συζητήσεις δεν αφορούν το αν θα δοθούν μερίσματα, αλλά το πόσο γρήγορα μπορούν να αυξηθούν. Τα payout ratios κινούνται ήδη στο 50%-60%, με ορατό ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου, ενώ οι συνολικές αποδόσεις προς τους μετόχους –μέσω μερισμάτων και επαναγορών– διαμορφώνονται στο 6%-7% ετησίως (μετά και το +18% του Ιανουαρίου 2026 για τις τιμές των μετοχών τους). Αυτό από μόνο του αλλάζει το επενδυτικό προφίλ του κλάδου – από speculative turnaround σε κλάδο που παράγει εισόδημα.
Η διετής αύξηση κερδών (κέρδη ανά μετοχή CAGR 2025–2027) των ελληνικών τραπεζών κινείται σε διψήφια επίπεδα, τοποθετώντας τον κλάδο στην ευνοϊκή πλευρά της σχέσης ανάπτυξης – αποτίμησης, ακόμη και σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Με άλλα λόγια, οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν υψηλότερη ανάπτυξη με πολλαπλασιαστή κερδών παρόμοιο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Καταλήγοντας, 10 φορές τα κέρδη του 2026, 9,2 φορές τα κέρδη του 2027 και 1,3x P/TBV οι αποτιμήσεις διαφαίνονται ίσως λίγο πάνω από τη δίκαιη τιμή. Ωστόσο, η έκπτωση σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές τράπεζες ουσιαστικά έχει κλείσει. Μην ξεχνάτε ότι το μέγεθος μετράει!
Η άνοδος των τιμών των μετοχών έχει συμπεριλάβει τα παραπάνω θεμελιώδη στοιχεία, ενώ σαφώς έχουν ληφθεί υπ’ όψιν η φημολογία για στόχους εξαγοράς από ξένες τράπεζες, οι ενδεχόμενες πωλήσεις ποσοστών από μεγαλομετόχους, οι εισροές λόγω MSCI, ενώ σε περίπτωση που υπονοηθεί τυχόν συγχώνευση μεταξύ των ίδιων των ελληνικών τραπεζών μπορεί να δούμε κινήσεις που θα μας εκπλήξουν.
Τέλος οι ελληνικές τράπεζες σαφώς και δεν είναι “φθηνές” σε ό,τι αφορά την αποτίμηση. Η εκτίμηση της στήλης είναι ότι οι τριψήφιες αποδόσεις για τις ελληνικές τράπεζες αποτελούν παρελθόν, αλλά η διψήφια ανάπτυξη κερδών σε συνδυασμό με τη μερισματική απόδοση θα μπορούσαν να δίνουν ετήσιες αποδόσεις περί του 15%-20%, με τα όποια φυσικά σκαμπανεβάσματα προσδίδουν οι εγχώριες αλλά και διεθνείς ειδήσεις! Μην ξεχνάτε: “αγοράστε μετοχές για να μπορείτε να ονειρεύεστε ή αγοράστε ομόλογα για να κοιμηθείτε”!
Εισροές 149 εκατ. ευρώ από ξένους και +26% οι μερίδες για τον Ιανουάριο στο Χ.Α.
Η συμμετοχή των ξένων επενδυτών στη συνολική κεφαλαιοποίηση της ελληνικής αγοράς τον Ιανουάριο ανήλθε στο 68,54%, έναντι 68,15% στις 31 Δεκεμβρίου 2025, καταγράφοντας μεγέθυνση κατά 39 μ.β. Η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. στις 31/1/2025 υπολογίστηκε στα 131,1 δισ. ευρώ, έναντι 121,08 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, ήτοι μεγέθυνση 8,3% έναντι 9,2% του ΓΔΤ.
Σε επίπεδο ροών κεφαλαίου, οι αλλοδαποί επενδυτές ήταν καθαροί αγοραστές στο Χ.Α. με 149 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο, έναντι καθαρών πωλήσεων 14 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο 2025. Οι τρεις μεγαλύτερες καθαρές εισροές των ξένων επενδυτών για τον Ιανουάριο προήλθαν από τη Γαλλία με 89 εκατ. ευρώ, τις ΗΠΑ με 60 εκατ. ευρώ και τη Γερμανία με 55 εκατ. ευρώ. Παράλληλα οι τρεις μεγαλύτερες εκροές προήλθαν από την Ελβετία με 51 εκατ. ευρώ, την Κύπρο με 24,2 εκατ. ευρώ και την Ιρλανδία με 24,1 εκατ. ευρώ.
Συνέπεια των παραπάνω εισροών ήταν η καθολική πρωτοκαθεδρία στις συνολικές συναλλαγές των αλλοδαπών δικαιούχων μερίδων με ποσοστό 73,8% (αγορές και πωλήσεις) τον Ιανουάριο 2026 σε σχέση με το 69% τον Δεκέμβριο του 2025.
Οι χώρες με τη μεγαλύτερη αξία χαρτοφυλακίου για τον Ιανουάριο παραμένουν οι ΗΠΑ με αξία συνολικού χαρτοφυλακίου 23,4 δισ. ευρώ, η Κύπρος με αξία χαρτοφυλακίου 12,5 δισ. ευρώ και το Λουξεμβούργο με 6,7 δισ. ευρώ.
Τέλος οι ενεργές μερίδες για τον Ιανουάριο ενισχύθηκαν 26% σε σχέση με τον Δεκέμβριο (26.322 μερίδες), καθώς άγγιξαν τις 33.287, έναντι 28.812 του μέσου όρου του 2025.
Από +8,3% σε +13% μέσα σε λίγες εβδομάδες για τα κέρδη του S&P 500
Με το 59% των εταιρειών του δείκτη S&P 500 να έχει ανακοινώσει οικονομικά αποτελέσματα δ’ τριμήνου 2025, το 76% ξεπέρασε τις εκτιμήσεις της αγοράς στα κέρδη ανά μετοχή, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας 5ετίας με 78%, αλλά ίσο με τον μέσο όρο της τελευταίας 10ετίας με 76%.
Σε συνολικό επίπεδο, οι εταιρείες δημοσίευσαν κέρδη 7,6% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις, ποσοστό που βρίσκεται μεταξύ του μέσου όρου της 5ετίας (+7,7%) και της 10ετίας (+7,0%). Οι ιστορικοί μέσοι όροι αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά αποτελέσματα και των 500 εταιρειών και όχι μόνο τα αποτελέσματα του ποσοστού των εταιρειών που έχουν ανακοινώσει μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο.
Η αλήθεια είναι ότι η ανάπτυξη των κερδών ανά μετοχή για το δ’ τρίμηνο 2025 αγγίζει το εντυπωσιακό +13% έναντι +11,9% την προηγούμενη εβδομάδα (συνδυάζει τα πραγματικά αποτελέσματα των εταιρειών που έχουν ήδη ανακοινώσει και τις εκτιμήσεις για όσες δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει) και 8,3% στο τέλος του δ’ τριμήνου 2025 (31 Δεκεμβρίου).
Έτσι εάν το +13,0% αποτελέσει τον τελικό ρυθμό αύξησης για το τρίμηνο, θα σηματοδοτήσει το πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο διψήφιας (σε ετήσια βάση) αύξησης κερδών για τον δείκτη S&P 500.
Εννέα από τους έντεκα τομείς ανακοίνωσαν ετήσια αύξηση κερδών, με επικεφαλής την τεχνολογία, τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες επικοινωνίας. Αντίθετα, οι τομείς διαρκών καταναλωτικών αγαθών και υγείας καταγράφουν υποχώρηση κερδών ανά μετοχή για το δ’ τρίμηνο 2025.
Τέλος όσον αφορά τα έσοδα, το 73% των εταιρειών του S&P 500 έχει δημοσιεύσει έσοδα υψηλότερα από τις εκτιμήσεις, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της 5ετίας με 70% και της 10ετίας με 66%. Ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός αύξησης των εσόδων για το δ’ τρίμηνο ανέρχεται σήμερα σε 8,8%, έναντι 8,2% την προηγούμενη εβδομάδα και 7,8% στο τέλος του δ’ τριμήνου 2025 (31 Δεκεμβρίου).
Ατζέντα (17/2/26 – 22/2/26)
Στο επίκεντρο Τράπεζα Κύπρου και αναθεώρηση δεικτών FTSE Russell
Για την επόμενη εβδομάδα στο εσωτερικό η ατζέντα ξεκινάει την Τετάρτη με τις Τράπεζα Κύπρου και ΕΧΑΕ να δημοσιεύουν οικονομικά αποτελέσματα δ’ τριμήνου/12μήνου 2025.
Την Παρασκευή λήγουν τα ΣΜΕ και δικαιώματα σε μετοχές & ΣΜΕ και δικαιωμάτων στο FTSE/ATHEX Large Cap, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοινώνει το ισοζύγιο πληρωμών για τον Δεκέμβριο. Την ίδια ημέρα αργά το βράδυ αναμένονται οι ανακοινώσεις για την αναδιάρθρωση των δεικτών του οίκου FTSE Russell της τριμηνιαίας αναθεώρησης. Οι ενδεχόμενες αλλαγές θα εφαρμοστούν την 23η Μαρτίου 2026. H επόμενη ανακοίνωση της τριμηνιαίας αναθεώρησης έχει οριστεί για τις 15 Μαΐου 2026.
Όλα τα βλέμματα στον δείκτη προσωπικής κατανάλωσης την Παρασκευή
Την Τρίτη το πρωί ανακοινώνεται ο δείκτης τιμών καταναλωτή για τον Ιανουάριο στη Γερμανία και στις 12.00 ο δείκτης επιχειρηματικής εμπιστοσύνης ZEW για τον Φεβρουάριο.
Την Τετάρτη είναι η σειρά της Μεγ. Βρετανίας να δημοσιεύσει τον δείκτη τιμών καταναλωτή για τον Ιανουάριο, ενώ στις 15.30 ανακοινώνονται οι παραγγελίες διαρκών αγαθών για τον Δεκέμβριο στις ΗΠΑ.
Την Πέμπτη στις 15.30 δημοσιεύεται ο δείκτης μεταποίησης Philadelphia Fed με βάση τα στοιχεία του Φεβρουαρίου για την περιοχή της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ
Την Παρασκευή τα ξημερώματα δημοσιεύεται ο δείκτης τιμών καταναλωτή για τον Ιανουάριο στην Ιαπωνία, στις 15.30 ο δείκτης προσωπικής κατανάλωσης PCE (δείκτης που παρακολουθεί η Fed για την εκτίμηση του πληθωρισμού των ΗΠΑ), ο δείκτης μεταποίησης και υπηρεσιών PMI από τον οίκο S&P, ενώ η εβδομάδα κλείνει με τις καταναλωτικές και πληθωριστικές προσδοκίες τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα από το πανεπιστήμιο του Michigan με βάση τα στοιχεία του Φεβρουαρίου.
* Ο Δημοσθένης Τρίγγας είναι Πιστοποιημένος Αναλυτής Μετοχών & Αγοράς BETA Χρηματιστηριακή – dtrigas@beta.gr
** Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Κεφάλαιο
*** Το περιεχόμενο του άρθρου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως συμβουλή ή πρόταση ή προτροπή ή σύσταση ή πρόσκληση για την αγορά ή πώληση οποιασδήποτε μετοχής ή επενδυτικού ή χρηματοοικονομικού προϊόντος που διαπραγματεύεται σε οργανωμένη ή μη αγορά.
