Του Απόστολου Μάνθου
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα του 2025 μοιάζει ελάχιστα με εκείνο που γνώρισε η αγορά πριν από μία δεκαετία. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες λειτουργούν πλέον με ισολογισμούς που μπορούν να σταθούν δίπλα σε αυτούς μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων. Η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank κινούνται σε ένα επίπεδο κερδοφορίας και κεφαλαιακής ισχύος που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν δύσκολο να επιτευχθεί για τον κλάδο. Η εξυγίανση των ισολογισμών έχει ολοκληρωθεί, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν υποχωρήσει δραστικά και οι τράπεζες έχουν πλέον τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη της οικονομίας με σταθερή βάση καταθέσεων και αυξανόμενη πιστωτική επέκταση. Για τους επενδυτές, πέρα από τα καθαρά κέρδη, ιδιαίτερη σημασία έχουν ορισμένοι δείκτες που αποκαλύπτουν την πραγματική παραγωγική ικανότητα των τραπεζικών ισολογισμών. Ο RoTE, η κεφαλαιακή επάρκεια CET1, η ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων και το επίπεδο πιστωτικού κινδύνου αποτελούν βασικά εργαλεία αξιολόγησης. Υπάρχει όμως και ένας δείκτης που συχνά εξετάζουν οι θεσμικοί επενδυτές: η λειτουργική κερδοφορία πριν από προβλέψεις σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων, δηλαδή πόσα ευρώ λειτουργικών κερδών παράγει μια τράπεζα για κάθε 100 ευρώ δανείων. Ο δείκτης αυτός επιτρέπει μια καθαρή σύγκριση της αποδοτικότητας των ισολογισμών.
Η Eurobank συνεχίζει να εμφανίζει ισχυρή λειτουργική κερδοφορία και υψηλή αποδοτικότητα κεφαλαίων. Η γεωγραφική διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της ενισχύει τη σταθερότητα των εσόδων, ενώ η τράπεζα διατηρεί υψηλή αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων με RoTE περίπου 15%. Η κεφαλαιακή βάση παραμένει ισχυρή, με CET1 άνω του 15%, παρέχοντας σημαντική ευελιξία για μελλοντικές διανομές προς τους μετόχους. Παράλληλα, η ποιότητα ενεργητικού έχει βελτιωθεί σημαντικά, με NPE ratio κοντά στο 3%, επίπεδο που συγκρίνεται πλέον άμεσα με πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες. Το χαρτοφυλάκιο δανείων συνεχίζει να αυξάνεται, καθώς η τράπεζα χρηματοδοτεί επενδύσεις σε επιχειρηματικούς κλάδους υψηλής ανάπτυξης. Η ισχυρή καταθετική βάση περιορίζει το κόστος χρηματοδότησης και επιτρέπει υψηλά λειτουργικά περιθώρια. Σε επίπεδο λειτουργικής απόδοσης, η Eurobank παράγει περίπου 5,4 ευρώ λειτουργικής κερδοφορίας πριν από προβλέψεις για κάθε 100 ευρώ εξυπηρετούμενων δανείων, επίδοση που επιβεβαιώνει την ισχυρή παραγωγικότητα του ισολογισμού της και ενισχύει τη δυνατότητα διανομής κεφαλαίων προς τους επενδυτές. Τα βασικά τώρα σημεία στη διαγραμματική ανάλυση της μετοχής είναι η αντίσταση των 3,80 ευρώ και οι στηρίξεις των 3,50 και 3,32 ευρώ.
Η Εθνική Τράπεζα εμφανίζει έναν από τους ισχυρότερους ισολογισμούς στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η κεφαλαιακή της θέση παραμένει εξαιρετικά ισχυρή, με CET1 περίπου 18,8%, επίπεδο που δημιουργεί σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα ακόμη και μετά τις διανομές προς τους μετόχους. Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων κινείται επίσης σε υψηλά επίπεδα, με RoTE περίπου 15,5%, αποτέλεσμα της ισχυρής παραγωγής εσόδων από τόκους και της περιορισμένης ανάγκης για προβλέψεις. Η ποιότητα ενεργητικού συγκαταλέγεται στις καλύτερες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με NPE ratio περίπου 2,4%. Η ισχυρή καταθετική βάση της τράπεζας χρηματοδοτεί μεγάλο μέρος των δανείων, περιορίζοντας την ανάγκη άντλησης κεφαλαίων από άλλες πηγές. Η λειτουργική παραγωγικότητα του ισολογισμού της Εθνικής είναι ιδιαίτερα υψηλή. Με βάση τα στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων, η τράπεζα δημιουργεί περίπου 6,2 ευρώ λειτουργικής κερδοφορίας πριν από προβλέψεις για κάθε 100 ευρώ εξυπηρετούμενων δανείων, επίπεδο που την τοποθετεί στην κορυφή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος σε όρους λειτουργικής αποδοτικότητας. Εδώ διαγραμματικά η μετοχή έχει ως επίπεδα στήριξης τα 13,10 και 12,30 ευρώ, ενώ ως περιοχή αντίστασης τα 14 ευρώ.
Η Τράπεζα Πειραιώς έχει καταγράψει εντυπωσιακή πρόοδο τα τελευταία χρόνια, με ισολογισμό που πλέον λειτουργεί με σαφώς ισχυρότερες βάσεις. Η αποδοτικότητα κεφαλαίων κινείται πλέον σε υψηλά επίπεδα, με RoTE κοντά στο 16%, επίδοση που την τοποθετεί μεταξύ των πιο αποδοτικών τραπεζών του ελληνικού συστήματος. Η κεφαλαιακή της θέση έχει ενισχυθεί σημαντικά, με CET1 περίπου 12,7%, παρέχοντας επαρκές περιθώριο πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις. Στο σκέλος της ποιότητας ενεργητικού, η πρόοδος είναι εντυπωσιακή, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί δραστικά και ο δείκτης NPE κινείται κοντά στο 2%. Η λειτουργική κερδοφορία πριν από προβλέψεις παραμένει ισχυρή και αντιστοιχεί περίπου σε 4,6 ευρώ λειτουργικών κερδών για κάθε 100 ευρώ εξυπηρετούμενων δανείων, επίδοση που επιβεβαιώνει ότι η τράπεζα έχει πλέον εισέλθει σε μια περίοδο σταθερής και βιώσιμης κερδοφορίας. Στη μετοχή της Πειραιώς η ζώνη αντίστασης εντοπίζεται στα 7,68 με 7,80 ευρώ και η αντίστοιχη ζώνη στήριξης στα 6,80 με 6,50 ευρώ.
Η Alpha Bank βρίσκεται σε φάση ενίσχυσης της οργανικής της ανάπτυξης, με ιδιαίτερη έμφαση στην αύξηση των δανείων και στη βελτίωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων. Η αποδοτικότητα κεφαλαίων κινείται σε ανοδική τροχιά, με RoTE περίπου 13%-14%, ενώ η κεφαλαιακή της θέση παραμένει ισχυρή, με CET1 κοντά στο 14%, παρέχοντας επαρκές περιθώριο πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις. Παράλληλα, το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων αυξάνεται με σταθερό ρυθμό, με performing loans να καταγράφουν αύξηση περίπου 10% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που ενισχύει τα καθαρά έσοδα από τόκους. Η ποιότητα ενεργητικού έχει επίσης βελτιωθεί σημαντικά, με NPE ratio περίπου 3,6%, ενώ η διοίκηση διατηρεί αυστηρή πολιτική διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. Σε επίπεδο λειτουργικής αποδοτικότητας, η Alpha Bank δημιουργεί περίπου 3,8 ευρώ λειτουργικής κερδοφορίας πριν από προβλέψεις για κάθε 100 ευρώ εξυπηρετούμενων δανείων, επίδοση που βελτιώνεται σταδιακά καθώς αυξάνονται τα έσοδα και περιορίζεται το λειτουργικό κόστος. Στο διάγραμμα της μετοχής το σημείο αντίστασης εντοπίζεται στα 3,63 ευρώ ενώ τα σημεία στήριξης βρίσκονται στα 3,35 και 3,15 ευρώ.
* Ο Απόστολος Μάνθος είναι υπεύθυνος τεχνικής ανάλυσης & επενδυτικής στρατηγικής
** Το περιεχόμενο του άρθρου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως συμβουλή ή πρόταση ή προτροπή ή σύσταση ή πρόσκληση για την αγορά ή πώληση οποιασδήποτε μετοχής ή επενδυτικού ή χρηματοοικονομικού προϊόντος που διαπραγματεύεται σε οργανωμένη ή μη αγορά.
