Η απόφαση που άλλαξε το ποδόσφαιρο συμπληρώνει 30 χρόνια. Όμως για τον Μποσμάν, τον άνθρωπο που έδωσε την ελευθερία στους παίκτες, η δικαίωση έφερε… εγκατάλειψη.
Στο ήσυχο προάστιο του Αουάν, λίγο έξω από τη Λιέγη, ο Ζαν-Μαρκ Μποσμάν ζει μια λιτή, σχεδόν ανώνυμη ζωή. Το σπίτι του βρίσκεται σε μια μικρή ανηφόρα, με άδειο τον χώρο στάθμευσης. Στο εσωτερικό, η κουζίνα είναι τακτοποιημένη, οι τοίχοι στολισμένοι με λίγες ξεθωριασμένες φωτογραφίες – ενθύμια μιας καριέρας που δεν έφτασε ποτέ στο απόγειό της. Ο 61χρονος Μποσμάν είναι πλέον παχουλός και με αραιωμένα μαλλιά. Τα νευρικά, σπασμωδικά του μάτια προδίδουν τον πόνο μιας μακράς και μοναχικής δικαστικής περιπέτειας.
Περνά τις μέρες του ήσυχα: κάνει βόλτες, ψώνια, φροντίζει τους δύο έφηβους γιους του όταν μπορεί. Όσο για πιο έντονη άσκηση, ο γιατρός του τού απαγόρευσε ακόμη και τη χρήση του κωπηλατικού μηχανήματος. Το ποδόσφαιρο αποκλείεται. «Στην πραγματικότητα δεν κάνω και πολλά», λέει μελαγχολικά. «Έχω μια διαδρομή στη γειτονιά που περπατάω, κάτι που είναι ωραίο. Και είναι καλό όταν τα παιδιά είναι εδώ. Κατά τα άλλα, η ζωή είναι πολύ ήσυχη».
Απέχει πολύ από τη λάμψη του σύγχρονου ποδοσφαίρου, κι όμως ο Μποσμάν παραμένει μία από τις πιο καθοριστικές μορφές του. Σήμερα συμπληρώνονται 30 χρόνια από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που φέρει το όνομά του: αν οι άνθρωποι γνωρίζουν μία μόνο απόφαση ευρωπαϊκού δικαστηρίου, πιθανότατα είναι αυτή. Όμως ο ίδιος ο Βέλγος είναι ταυτόχρονα ήρωας και φάντασμα, ο άνθρωπος που απελευθέρωσε τους ποδοσφαιριστές, αλλά έμεινε πίσω.
Όμως η καθοριστική στιγμή ήταν μία, πριν από μισή ζωή.
Ζαν-Μαρκ Μποσμάν
Στο Λουξεμβούργο, στις 15 Δεκεμβρίου 1995, οι ανώτατοι δικαστές της ΕΕ έκριναν ότι οι ποδοσφαιριστές των οποίων τα συμβόλαια είχαν λήξει ήταν ελεύθεροι να μετακινηθούν σε άλλο σύλλογο χωρίς καταβολή μεταγραφικού ποσού και ότι τα όρια στους παίκτες της ΕΕ ανά ομάδα ήταν παράνομα. Η απόφαση κατέρριψε ένα σύστημα που ίσχυε επί δεκαετίες και άνοιξε τις πύλες σε μια νέα εποχή κινητικότητας, χρήματος και ισχύος. Μετέτρεψε το ποδόσφαιρο σε μια παγκόσμια αγορά, εκτόξευσε τους μισθούς και δημιούργησε περιουσίες.
Σήμερα, όταν οι ποδοσφαιριστές αφήνουν τα συμβόλαιά τους να λήξουν για να εξασφαλίσουν επικερδείς ελεύθερες μεταγραφές χάρη στον Μποσμάν. Το όνομά του αποτελεί μέρος του ποδοσφαιρικού λεξιλογίου, έγινε συνώνυμο της δύναμης των παικτών.
Όμως για τον άνθρωπο του οποίου το όνομα ταυτίστηκε με την ελευθερία, η απόφαση σήμανε προσωπική καταστροφή. Ο Βέλγος έχει ερωτηθεί αμέτρητες φορές για τις λεπτομέρειες και συχνά φαίνεται να μπαίνει στον «αυτόματο πιλότο» όταν αφηγείται τη δίκη του.
Ήταν ένας ελπιδοφόρος μέσος, γέννημα της ποδοσφαιρικής καρδιάς της Λιέγης, αρχηγός της εθνικής Βελγίου Κ21 τη δεκαετία του 1980. Το 1986 μεταγράφηκε στη RFC Λιέγη από τη Σταντάρ, ονειρευόμενος ευρωπαϊκές επιτυχίες.
Το 1990, στα 25 του, το συμβόλαιό του έληγε και η RFC Λιέγη, με οικονομικά προβλήματα, του πρότεινε νέο συμβόλαιο με το ένα τέταρτο του προηγούμενου μισθού του. Ζήτησε να μεταγραφεί στη γαλλική Δουνκέρκη, αλλά η Λιέγη αρνήθηκε να τον αφήσει αν δεν λάμβανε τετραπλάσιο ποσό από αυτό που είχε πληρώσει αρχικά. Η Δουνκέρκη αρνήθηκε και η μεταγραφή κατέρρευσε, ενώ ο μισθός του μειώθηκε ούτως ή άλλως.
«Δεν είχε κανένα νόημα. Το συμβόλαιό μου είχε λήξει, κι όμως εξακολουθούσαν να με κατέχουν», λέει. «Ήξερα ότι ήταν λάθος. Γιατί να ανήκουν οι παίκτες στους συλλόγους μετά τη λήξη του συμβολαίου τους; Ήξερα ότι έπρεπε να αντιδράσω».
Και αντέδρασε. Με την ενθάρρυνση τοπικών δικηγόρων, μήνυσε τη RFC Λιέγη, τη βελγική ομοσπονδία και τελικά την UEFA. Υποστήριξε ότι το σύστημα παραβίαζε την ευρωπαϊκή αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. «Πίστευα ότι, ως Ευρωπαίος πολίτης, θα μπορούσα να παίξω οπουδήποτε στην Ευρώπη», λέει.
Πίστευε ότι η υπόθεση θα κρατούσε εβδομάδες. Κράτησε πέντε χρόνια.
Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσο άσχημο ήταν το καθεστώς εκείνο, που επέτρεπε στους συλλόγους να εμπορεύονται παίκτες σαν ζώα, ακόμη και μετά τη λήξη των συμβολαίων τους. «Ήταν μια μορφή δουλείας», λέει ο Μποσμάν.
Το 1991, η προσφυγή του επεκτάθηκε και στις ρήτρες ιθαγένειας που περιόριζαν τις ομάδες σε τρεις μη ημεδαπούς παίκτες. Στο μεταξύ, η καριέρα του εξαφανίστηκε. Οι περισσότεροι σύλλογοι τον θεωρούσαν «τοξικό». Πέρασε για λίγο από τη Σεν-Κεντέν στη Γαλλία, η οποία όμως χρεοκόπησε. Έπειτα στη Ρεϊνιόν. Άλλοι γαλλικοί σύλλογοι ήθελαν να τον αποκτήσουν, αλλά δεν μπορούσαν, επειδή είχαν ήδη τρεις ξένους.
Ο Μποσμάν προπονούνταν μόνος. Ο γάμος του διαλύθηκε. Οι πρώην συμπαίκτες του απομακρύνθηκαν. «Κανείς δεν με βοήθησε», λέει. «Είτε δεν ήθελαν να μπλέξουν, είτε δεν μπορούσαν». Επέστρεψε στο πατρικό του και έζησε δύο χρόνια στο γκαράζ, προετοιμαζόμενος για μια επιστροφή που δεν ήρθε ποτέ. «Χωρίς τους γονείς μου», θυμάται, «θα ήμουν στον δρόμο».
Το 1993, η υπόθεση έφτασε στο Δικαστήριο της ΕΕ. Τον Σεπτέμβριο του 1995, ο Γενικός Εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ του και σε ποσοστό 85% τέτοιες γνωμοδοτήσεις επιβεβαιώνονται. Τρεις μήνες αργότερα, άκουσε την απόφαση στην αίθουσα του Λουξεμβούργου.
Δεν ήταν όμως η κάθαρση που είχε φανταστεί. «Ήταν γελοίο. Ο δικαστής το διάβασε και όλα τελείωσαν μέσα σε δύο λεπτά, δεν ήμουν καν σίγουρος τι είχε συμβεί», λέει. «Και δεν πρόλαβα να πανηγυρίσω, γιατί αμέσως μετά έπρεπε να δώσουμε συνέντευξη Τύπου».
Πύρρειος νίκη
Ο Μποσμάν ήλπιζε ότι τουλάχιστον θα επέστρεφε στο παιχνίδι που αγαπούσε. «Η ελπίδα μου ήταν απλή: να ξαναπαίξω». Όμως στα 31 του ήταν πλέον πολύ μεγάλος και πολύ «επικίνδυνος». Κανείς δεν ήθελε τον άνθρωπο που τα έβαλε με το κατεστημένο. Η νίκη που επρόκειτο να αλλάξει το ποδόσφαιρο κατέστρεψε τη ζωή του.
Έλαβε αποζημίωση και βοήθεια από τη FIFPro, αλλά τα χρήματα χάθηκαν σε δικαστικά έξοδα, φόρους και αποτυχημένες επιχειρήσεις. Μια σειρά ρούχων πούλησε ένα μόνο μπλουζάκι.
Υπήρξαν σχέδια για φιλικά τιμής, που δεν έγιναν ποτέ. Κάποιοι παίκτες αναγνώρισαν τη σημασία του, ανάμεσά τους ο Μαραντόνα, ο Πελέ και ο Καντονά. Άλλοι, όπως οι αδελφοί Ντε Μπουρ, τον στήριξαν έμπρακτα. Οι Βέλγοι παίκτες, αντίθετα, αποθαρρύνθηκαν να βοηθήσουν. Ο Νταβίντ Ζινόλα, που γύρισε ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν το 2019, δήλωσε: «Το ποδόσφαιρο τον ξέχασε. Έγινε παρίας».
Η βοήθεια του Ραμπιό και τα… 0.64 ευρώ κάθε παίκτη στην Ευρώπη!
Η καθημερινότητά του περιορίζεται σε μικρές απολαύσεις: κάνει τα ψώνια του με ένα ειδικό καρότσι «Rolls Air», που θεωρεί συλλεκτικό, ενώ μετακινείται με μέσα μαζικής μεταφοράς ή με ταξί όταν ο καιρός δεν το επιτρέπει. Παρά τις δυσκολίες, η ζωή του δεν έχει στιγμές αναγνώρισης, κυρίως από παίκτες που ωφελήθηκαν από την απόφασή του. Ο Ραμπιό και η οικογένειά του αποτέλεσαν εξαίρεση, βοηθώντας τον οικονομικά και ηθικά με μικρά αλλά σημαντικά ποσά.
«Είναι ο μόνος, ναι. Η μητέρα του με πήρε ένα βράδυ τηλέφωνο, ενώ ο Αντριέν ήταν ήδη στο «loft» της Παρί Σεν Ζερμέν. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Καλησπέρα, κύριε Μπόσμαν, λέγομαι Βερονίκ Ραμπιό». Της είπα «καλησπέρα, κυρία», και μου απάντησε «όχι κυρία, και μπορούμε να μιλάμε στον ενικό». Μου είπε επίσης ότι ο γιος της έπαιζε στην Παρί, αλλά εγώ δεν παρακολουθούσα πια ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο. Σκέφτηκα: τι είναι πάλι αυτό; Ποια είναι αυτή η γυναίκα που μου τηλεφωνεί έτσι ένα βράδυ; Μου εξήγησε: «Θέλουμε να κάνουμε κάτι για εσάς, γιατί βλέπουμε τον αγώνα που δώσατε, το καταλαβαίνουμε».
Την ευχαρίστησα, της είπα ότι ήταν πολύ ευγενικό και μου ζήτησε τα τραπεζικά μου στοιχεία. Δεν το πίστευα ιδιαίτερα, αλλά με ξαναπήρε τρεις-τέσσερις μέρες μετά για να με ρωτήσει αν είχα ελέγξει τον λογαριασμό μου, πράγμα που δεν είχα κάνει. Τότε είδα ότι μου είχε κάνει μεταφορά 10.000 ευρώ και πρόσθεσε ότι θα ήθελε να έρθει να με δει στη Λιέγη. Λίγους μήνες αργότερα, ήρθε με μια φίλη και τον αδελφό του Αντριέν και μου έδωσε άλλα 10.000 ευρώ σε μετρητά. Ήμουν εντελώς έκπληκτος. Ήταν απίστευτα καλοσυνάτη…
Στα 30 χρόνια, υπήρξε η φορά που ο πρώην δικηγόρος μου με είχε καλέσει γιατί, μαζί με τον Ντιντιέ Ρουστάν, είχαν σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα από τους παίκτες. Αφού γύρισε όλους τους παίκτες της Ευρώπης, μου έδωσε μια επιταγή 45.000 ευρώ. Έκανα έναν μικρό υπολογισμό για τριάντα χρόνια: εκτός από τον Αντριέν Ραμπιό, τα 45.000 ευρώ διαιρεμένα με τους 70.000 μέλη της FIFPro αντιστοιχούν σε 0.64 ευρώ ανά παίκτη…» υποστηρίζει ο Βέλγος.
Ο Μποσμάν εξέδωσε πρόσφατα το βιβλίο του «Ο Αγώνας μου για την Ελευθερία», με τη συνεργασία του δημοσιογράφου Éric Champel, με στόχο να ενημερώσει τις νέες γενιές ποδοσφαιριστών για τη συμβολή του. Μέσα από το βιβλίο, θέλει να δείξει πώς η απόφασή του άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων στο ποδόσφαιρο, ενώ οι προσωπικές του θυσίες συχνά αγνοήθηκαν.
Αν και η ιστορική του συνεισφορά ήταν τεράστια, ο Μποσμάν παραμένει σχεδόν ξεχασμένος από τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Δεν προσκλήθηκε ποτέ σε τελικούς, Euro ή Παγκόσμια Κύπελλα, ενώ η ζωή του συνεχίστηκε ήσυχα στο μικρό χωριό του. «Ναι, είναι αλήθεια, είναι αναμφίβολα μία από τις έμμεσες συνέπειες της απόφασης Μπόσμαν. Άνοιξε τα σύνορα, κατήργησε το όριο των τριών κοινοτικών παικτών ανά ομάδα και δημιούργησε ένα τεράστιο κύμα μετακινήσεων. Πριν από την απόφασή μου, όλοι έπαιζαν στη χώρα τους.
Μετά, όλα άλλαξαν: οι μεταγραφικές περίοδοι, ο αριθμός των αναπληρωματικών. Για όλους, για όσους ωφελήθηκαν, τους συλλόγους, τους παίκτες, τη FIFA, την UEFA, αυτή η απόφαση ήταν ευλογία. Εκτός από εμένα. Για όλους τους άλλους ήταν: ο ουρανός είναι γαλάζιος, η θάλασσα πράσινη, το παράθυρο ανοιχτό. Για μένα ήταν αλλιώς: ο ουρανός είναι γαλάζιος, το γρασίδι μου πράσινο, το παράθυρο μισάνοιχτο και εγώ κάπως σε κατ’ οίκον περιορισμό» τονίζει ο Μποσμάν.
Η απόφαση Μποσμάν δεν επηρέασε μόνο τα κλαμπ και τους παίκτες, αλλά και την οικονομική πραγματικότητα του ποδοσφαίρου. Η Ρεάλ Μαδρίτης έγινε πολυνίκης του Champions League από την εποχή της απόφασης, ενώ πολλοί μεγάλοι παίκτες απέκτησαν ευκαιρίες που παλαιότερα θα ήταν αδύνατες. Παράλληλα, η FIFA, η UEFA και οι μεγάλοι σύλλογοι επωφελήθηκαν πλήρως, χωρίς να αναγνωρίζουν την προσωπική θυσία του Βέλγου αμυντικού.
Πίσω από τη σκιά…
Βυθίστηκε στην κατάθλιψη, έζησε με επιδόματα, πάλεψε με το αλκοόλ και έφτασε σε προσωπικό αδιέξοδο. Αναγνωρίζει τα λάθη του και τις πληγές που προκάλεσε. Σήμερα, με σοβαρά προβλήματα υγείας, παρακολουθεί το ποδόσφαιρο από απόσταση. «Το παιχνίδι είναι όμορφο», λέει. «Η επιχείρηση είναι σάπια». Παραμένει πεπεισμένος ότι είχε δίκιο. «Οι ποδοσφαιριστές είναι εργαζόμενοι, όπως όλοι. Δεν είναι ιδιοκτησία».
Και παρότι νιώθει πικρία, αρχίζει να βρίσκει γαλήνη. «Είμαι περήφανος», λέει. «Βλέπω την απόφαση Μποσμάν ως δώρο. Ένα μεγαλειώδες δώρο». Καθώς πέφτει το σούρουπο, βγαίνει στον κήπο. Πώς άραγε θα ήθελε να τον θυμούνται; «Θα ήθελα λίγη αναγνώριση, πάντως. Ενώ το όνομα Μποσμάν είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο, είναι φυσιολογικό να μην αναγνωρίζομαι ούτε καν στη χώρα μου; Θα ήθελα να με είχαν καλέσει εδώ κι εκεί».

Αυτή ήταν η απόφαση Μπόσμαν
Η απόφαση Μπόσμαν, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 15 Δεκεμβρίου 1995, θεωρείται αναμφισβήτητα η πιο καθοριστική δικαστική απόφαση στην ιστορία του αθλητισμού. Καθιέρωσε ότι οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση προστατεύονται από το ενωσιακό δίκαιο περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, συνεπώς, δεν μπορούν να υπόκεινται σε αυθαίρετους μεταγραφικούς ή εθνικούς περιορισμούς μετά τη λήξη των συμβολαίων τους.
Η FIFA και η UEFA υποστήριξαν ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί «ιδιαίτερη περίπτωση» και δεν πρέπει να υπάγεται στο κοινό εργατικό δίκαιο, ισχυριζόμενες ότι τα μεταγραφικά τέλη και οι ποσοστώσεις ήταν αναγκαία για την προστασία της αγωνιστικής ισορροπίας, της εκπαίδευσης νέων παικτών και των εθνικών ομάδων.
Το Δικαστήριο διαφώνησε. Έκρινε ότι το ποδόσφαιρο συνιστά οικονομική δραστηριότητα και υπάγεται στο ενωσιακό δίκαιο, και ότι οι στόχοι που προέβαλαν οι ποδοσφαιρικοί φορείς δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τόσο εκτεταμένους περιορισμούς στα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Σε νομικό επίπεδο, το Ευρωπαϊκός Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το ποδόσφαιρο υπόκειται στο δίκαιο της ΕΕ περί ανταγωνισμού και απασχόλησης και έκρινε ότι:Τα μεταγραφικά τέλη μετά τη λήξη συμβολαίου είναι ασύμβατα με το ενωσιακό δίκαιο, καθιστώντας τους ελεύθερους παίκτες πραγματικά ελεύθερους. Οι περιορισμοί στους παίκτες της ΕΕ βάσει ιθαγένειας είναι παράνομοι, θέτοντας τέλος στις ποσοστώσεις ξένων παικτών για πολίτες της ΕΕ.
Οι συνέπειες ήταν κοσμογονικές. Οι παίκτες στο τέλος των συμβολαίων τους μπορούσαν να μετακινούνται χωρίς κόστος, διαπραγματευόμενοι υψηλότερους μισθούς και μπόνους υπογραφής. Οι παίκτες με ενεργά συμβόλαια μπορούσαν να απαιτούν καλύτερους όρους για να παραμείνουν. Οι σύλλογοι στρατολογούσαν σε ολόκληρη την Ευρώπη χωρίς περιορισμούς της ΕΕ, ενώ οι μάνατζερ και οι δικηγόροι έγιναν κεντρικοί παράγοντες της ποδοσφαιρικής οικονομίας.
Οι μισθοί και η μεταγραφική δραστηριότητα εκτοξεύθηκαν, ιδίως στην Premier League και στη La Liga της Ισπανίας. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, μόλις το 5% των παικτών της Premier League ήταν ξένοι το 1992, σήμερα το ποσοστό ξεπερνά το 70%.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η απόφαση επιτάχυνε την ανισότητα και τον πληθωρισμό των μισθών. Οι υποστηρικτές απαντούν ότι απλώς εναρμόνισε το ποδόσφαιρο με τα θεμελιώδη ευρωπαϊκά εργασιακά δικαιώματα. Όπως και να έχει, η κληρονομιά της απόφασης παραμένει ζωντανή: κάθε σύγχρονη ελεύθερη μεταγραφή από τον Βενσάν Κομπανί έως τον Λιονέλ Μέσι ανάγεται στην υπόθεση Μποσμάν κατά της RFC Λιέγης.

