Κάθε φορά που η Eurostat δημοσιεύει τα στοιχεία για το βιοτικό επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη χώρα μας ανάβει η γνώριμη πλέον πολιτική συζήτηση. Η αντιπολίτευση δεν εστιάζει πια κυρίως στη γενική πορεία του ΑΕΠ, καθώς η Ελλάδα καταγράφει πράγματι από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη, αλλά χτυπάει στοχευμένα στην αγοραστική δύναμη. Σε αυτόν ακριβώς τον δείκτη, που προσαρμόζει το εισόδημα στο πραγματικό κόστος ζωής, η χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Στον αντίποδα, η κυβέρνηση απαντά προτάσσοντας τον δείκτη Πραγματικής Ατομικής Κατανάλωσης (Actual Individual Consumption – AIC), όπου η εικόνα της Ελλάδας είναι σαφώς καλύτερη.
Για να κατανοήσουμε αν πρόκειται για στατιστική αλχημεία ή για τη μισή αλήθεια, πρέπει να δούμε τι ακριβώς μετράει το κάθε μέγεθος. Η αγοραστική δύναμη αποτυπώνει το εισόδημα μιας οικονομίας προσαρμοσμένο στο επίπεδο των τιμών. Με απλά λόγια, δείχνει πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί πραγματικά να αγοράσει το εισόδημα των πολιτών.
Ωστόσο, αυτός ο δείκτης έχει ένα στατιστικό “τυφλό σημείο”, καθώς δεν αποκαλύπτει τι ακριβώς φτάνει τελικά στην καθημερινότητα του πολίτη. Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος που η Eurostat προκρίνει την Πραγματική Ατομική Κατανάλωση ως πιο αξιόπιστο, ρεαλιστικό και ασφαλές μέτρο σύγκρισης της ευημερίας και του βιοτικού επιπέδου μεταξύ των κρατών.
Ο συγκεκριμένος δείκτης αθροίζει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καταναλώνει ένα νοικοκυριό, ανεξάρτητα από το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Δεν μετράει δηλαδή μόνο όσα αγοράζει ο πολίτης απευθείας από την τσέπη του, αλλά συνυπολογίζει εξίσου και όσα του παρέχει το κράτος δωρεάν ή επιδοτούμενα, όπως για παράδειγμα η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση.
Η επιλογή της κυβέρνησης να προτάσσει αυτόν τον δείκτη, δεν στερείται βάσιμης οικονομικής λογικής. Μάλλον το αντίθετο. Η ελληνική οικονομία διαθέτει παραδοσιακά ιδιαιτερότητες, τις οποίες το καθαρό εισόδημα όπως καταγράφεται στα μακροοικονομικά μεγέθη, δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως. Η πολύ υψηλή ιδιοκατοίκηση που μειώνει κατακόρυφα τα έξοδα στέγασης, το ισχυρό οικογενειακό δίκτυο αλληλεγγύης, το στατιστικά πτωτικό αλλά σημαντικό ακόμη ποσοστό της παραοικονομίας και οι κρατικές επιδοτήσεις, μετατρέπονται στο τέλος της ημέρας σε πραγματική κατανάλωση.
Εδώ ακριβώς όμως, κρύβεται η μεγαλύτερη παγίδα αυτής της ανάγνωσης, καθώς παραβλέπει τον απόλυτο πρωταγωνιστή της ακρίβειας: τη ζήτηση. Η αγοραστική δύναμη δεν είναι ένα νούμερο που πέφτει από τον ουρανό, αλλά διαμορφώνεται καθημερινά μέσα στην αγορά, σε άμεση συνάρτηση με την ίδια μας την καταναλωτική συμπεριφορά.
Όταν η κατανάλωση –είτε μέσω αποταμιεύσεων, είτε μέσω επιδομάτων, είτε μέσω παραοικονομίας– παραμένει επίμονα υψηλή, η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες ενισχύεται. Αυτή η αμείωτη ζήτηση λειτουργεί ως το τέλειο καύσιμο για τον πληθωρισμό, μιας και προσφέρει στις επιχειρήσεις την ευχέρεια να διατηρούν τις τιμές στα ύψη και να μην συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους τους, εφόσον βλέπουν ότι οι καταναλωτές συνεχίζουν να αγοράζουν αδιάκοπα.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που εξηγεί το σημερινό παράδοξο. Η υψηλή ατομική κατανάλωση που προβάλλει η κυβέρνηση ως δείκτη ευημερίας, είναι η ίδια ακριβώς δύναμη που τροφοδοτεί την ακρίβεια. Και αυτή η ακρίβεια, με τη σειρά της, είναι που κατακρημνίζει την αγοραστική μας δύναμη στην τελευταία θέση της Ευρώπης, δικαιώνοντας την κριτική της αντιπολίτευσης.
Πέραν των τιμών όμως, αυτή η κατάσταση εγκυμονεί κι έναν σοβαρότατο δομικό κίνδυνο για το μέλλον. Όταν το επίπεδο κατανάλωσης μιας χώρας είναι σταθερά και αισθητά υψηλότερο από την παραγωγική της ικανότητα, σημαίνει ότι αυτή καταναλώνει συστηματικά περισσότερα από όσα παράγει. Αυτό το κενό αναγκαστικά μεταφράζεται σε μείωση των εθνικών αποταμιεύσεων, διεύρυνση ελλειμμάτων και νέο εξωτερικό δανεισμό.
Σας θυμίζει κάτι όλη αυτή η κατάσταση; Προφανώς και ναι, επαναφέρει στην μνήμη όσα έγιναν κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε της μεγάλης κρίσης χρέους. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, είναι σαφέστατο πως βρισκόμαστε πολύ μακριά από ένα τέτοιο μέγεθος ή βάθος προβλήματος ακόμη. Αλλά ταυτόχρονα, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι “τα Μνημόνια πέρασαν ανεπιστρεπτί”. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει τεράστια βήματα και η οικονομία είναι σε πραγματικά εξαιρετική κατάσταση. Όσο όμως εξακολουθούμε να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, μια δημοσιονομικά κακή, σχετικά μικρή χρονικά, περίοδος είναι αρκετή για να προκαλέσει déjà vu του 2009 και του… Καστελόριζου!
Με απλά λόγια, η πραγματική πρόοδος της οικονομίας δεν θα κριθεί από ποιον δείκτη θα πιστέψουν πάνω από την κάλπη οι ψηφοφόροι, αλλά από το πόσο γρήγορα η ελληνική παραγωγικότητα θα κατορθώσει να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τα επίπεδα κατανάλωσης των πολιτών.
Όσον αφορά αυτό, δεν πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

