Η εξελισσόμενη στρατιωτική παρέμβαση Τραμπ στο Ιράν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του εναντίον οποιασδήποτε εμπλοκής των ΗΠΑ σε πολεμικές συρράξεις και ενάντια στο δόγμα «Μονρόε» που φάνηκε να ασπάζεται ο πρόεδρος Τραμπ μετά την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με το οποίο η ηγεμονία των ΗΠΑ εστιάζεται στην αμερικανική ήπειρο. Ανοίγει για άλλη μία φορά το κουτί της Πανδώρας στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό, οδηγώντας οικονομία και αγορές σε νέα υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας και ρίσκου.
Η χάραξη ασφαλούς πορείας σε αυτή την «εποχή της αβεβαιότητας» καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της αναζήτησης σταθερών σημείων αναφοράς στον οικονομικό και επενδυτικό ορίζοντα. Πιο συγκεκριμένα:
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι περισσότερες παγκόσμιες γεωπολιτικές κρίσεις έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά βραχύβιες και μόνο τρεις στο απώτερο παρελθόν (1973, 1979 και 1990) οδήγησαν σε στασιμοπληθωριστικά φαινόμενα. Οσον αφορά την οικονομία των ΗΠΑ, οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ μετριάζονται από το γεγονός ότι αποτελούν βασικό παραγωγό και εξαγωγέα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια κλειστή οικονομία, με περιορισμένη εξάρτηση από το διεθνές εμπόριο.
Επιπροσθέτως, στις ΗΠΑ το βασικό οικονομικό αφήγημα της προ Ιράν σύρραξης παραμένει εν ισχύι. Η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς 2%-2,5% υποστηριζόμενη από τις ευεργετικές διατάξεις του πρόσφατου («πανέμορφου» κατά τον Τραμπ) φορολογικού νόμου, την ευέλικτη νομισματική πολιτική, τις καταναλωτικές δαπάνες των εύπορων νοικοκυριών και τις –σχετιζόμενες με το ΑΙ οικοσύστημα– επενδύσεις. Συνεπώς η εξελισσόμενη σύρραξη αναμένουμε να επηρεάσει οριακά και μόνο την οικονομική δυναμική των ΗΠΑ.
Η Ευρωζώνη από την άλλη πλευρά παραμένει πολύ πιο εύθραυστη καθώς παρουσιάζει σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και ταυτόχρονα είναι μια εξαιρετικά ανοιχτή οικονομία, με σημαντικό τμήμα της ανάπτυξής της να βασίζεται στο εμπόριο και στις εξαγωγές. Επιπλέον, ακόμη και πριν από την ιρανική σύρραξη, η οικονομία της Ευρωζώνης κατέγραφε υποτονικούς ρυθμούς οικονομικής δραστηριότητας τους πρώτους μήνες του 2026, με τους πρόδρομους δείκτες να αποτελούν μοναδική πηγή αισιοδοξίας για το β΄ εξάμηνο του έτους. Εάν, λοιπόν, η άνοδος της αβεβαιότητας και του κόστους ενέργειας έχει ως συνέπεια την υπονόμευση των θετικών αυτών προοπτικών, τότε η πιθανότητα στασιμοπληθωριστικών φαινομένων στην Ευρωζώνη αυξάνεται σημαντικά.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθοριστικός θα είναι ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών. Οι αντιδράσεις των δύο κεντρικών τραπεζών Fed και ΕΚΤ στις αναδυόμενες πληθωριστικές πιέσεις αναμένουμε να προσδιοριστούν από δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτος παράγοντας είναι ο διαφορετικός βαθμός ευαλωτότητας της κάθε οικονομίας στην αύξηση των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο αναμένουμε να διαδραματίσει η προδιάθεση και προϊστορία της κάθε κεντρικής τράπεζας αναφορικά με το ειδικό βάρος που αποδίδει στη στήριξη της ανάπτυξης έναντι της επίτευξης του στόχου της σταθερότητας των τιμών.
Στις ΗΠΑ ο πληθωρισμός, ακόμη και πριν από τα πρόσφατα γεγονότα, είχε διαμορφωθεί στο 3%, υψηλότερα του στόχου της Fed για 2%. Ταυτόχρονα, όπως προαναφέραμε, η οικονομία παρουσιάζει θετική δυναμική, ενώ είναι σχετικά προφυλαγμένη από τις πιέσεις των τιμών ενέργειας. Θεωρητικά λοιπόν η Fed θα έπρεπε να εμφανίζει μια προδιάθεση για σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής της. Ωστόσο, ιστορικά η Fed έχει εκδηλώσει πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία στη στήριξη της οικονομίας παρά στην επίτευξη του στόχου του πληθωρισμού. Συνεπώς πιστεύουμε ότι η Fed θα διατηρήσει την προδιάθεσή της για περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων προς το τέλος του έτους, σε συνδυασμό φυσικά με το πέρας ή τουλάχιστον την ύφεση της πολεμικής σύρραξης.
Στον αντίποδα, η ΕΚΤ, βάσει των μακροοικονομικών δεδομένων (αλλά και του πληθωρισμού που έχει ήδη υποχωρήσει κάτω του στόχου του 2%), θα ανέμενα να υιοθετήσει μια πιο ευέλικτη και διευκολυντική νομισματική πολιτική. Ωστόσο ιστορικά έχει καταγραφεί ένας υψηλός βαθμός ευαισθησίας της ΕΚΤ στις απρόσμενες αυξήσεις των τιμών ενέργειας. Ενδεικτικά αναφέρουμε το παράδειγμα του 2011, όπου εν μέσω παγκόσμιας και πανευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης η ΕΚΤ αύξησε σωρευτικά το παρεμβατικό επιτόκιο κατά 50 μ.β. (τον Απρίλιο και τον Ιούνιο) λόγω αύξησης των τιμών πετρελαίου που προκλήθηκε από την κατάρρευση του καθεστώτος στη Λιβύη, μόνο και μόνο για να αντιστρέψει αυτή την κίνηση τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Κατ’ αντιστοιχίαν, είναι πολύ πιθανό η ΕΚΤ να αυξήσει τα παρεμβατικά επιτόκια του ευρώ σε κάποια από τις επόμενες συνεδριάσεις έως τον Ιούνιο, μόνο και μόνο για να αναγκαστεί να αντιστρέψει αυτή την κίνηση τους επόμενους έξι μήνες.
*Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

