Ο Ντάνι Πονζ μίλησε σε Μέσο της πατρίδας του για την εμπειρία του στην Ελλάδα και τον ΠΑΟΚ, αναφερόμενος τόσο στη ζωή στη Θεσσαλονίκη όσο και στη δουλειά που γίνεται στο PAOK Academy, την οποία και αποθέωσε.
Ο Ισπανός τεχνικός έκανε έναν απολογισμό της παρουσίας του στους «ασπρόμαυρους», τονίζοντας πως το πέρασμά του από τον Δικέφαλο τού προσέφερε μια εντελώς διαφορετική καθημερινότητα σε σχέση με ό,τι είχε ζήσει στο παρελθόν.
«Ερχόμενος από μια περίοδο απογοήτευσης και θλίψης, εδώ βρήκα το ακριβώς αντίθετο: ευτυχία και χαρά σε όλα τα επίπεδα, πράγματα που σε βοηθούν να αλλάξεις εσωτερικά, να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου και να αφήσεις τα πάντα να κυλήσουν ξανά. Έζησα ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο εδώ στον ΠΑΟΚ. Συνάντησα ανθρώπους με μεγάλο κίνητρο και διάθεση να δώσουν τα πάντα ώστε να προχωρήσει η πρότασή μας. Τους πρώτους μήνες η δουλειά μου ήταν περισσότερο προσανατολισμένη στην εκπαίδευση και στην εξατομικευμένη ανάπτυξη», περιέγραψε ο Ισπανός τεχνικός του πρώτους μήνες στην Ελλάδα.
Στη συνέχεια στάθηκε και στη ζωή του στην Ελλάδα, αλλά και στην οικογενειακή του καθημερινότητα, ενώ δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του για τη συνεργασία του με τον Δικέφαλο.
«Είμαι πολύ χαρούμενος με τη ζωή στην Ελλάδα, τόσο εγώ όσο και η οικογένειά μου. Η εμπειρία αυτών των μηνών ήταν κάτι μοναδικό που θα μας συνοδεύει για όλη μας τη ζωή. Και επαγγελματικά, είναι απίστευτο να αποτελείς μέρος ενός τόσο μεγάλου συλλόγου όπως ο ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ έχει χωρίς αμφιβολία την καλύτερη ακαδημία στην Ελλάδα. Η δουλειά στο scouting είναι απίστευτη και η πίστη στη γραμμή δουλειάς που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια είναι εξαιρετική. Η σεζόν ήταν πολύ καλή και, πάνω απ’ όλα, μέσα σε ένα πολύ όμορφο και συναρπαστικό εργασιακό περιβάλλον».
Για την εμπειρία του στον ΠΑΟΚ Β, αλλά και τις απαιτήσεις του πρωταθλήματος, ο ίδιος σημείωσε:
«Αυτό που έζησα φέτος στον ΠΑΟΚ Β μου θύμισε πολύ την πρώτη χρονιά στους Unionistas de Salamanca. Η ομάδα δεν αγωνιζόταν καλά και, ξαφνικά, όλα άλλαξαν. Καταλαβαίναμε ότι το μοντέλο μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα. Το σημαντικό ήταν τα παιδιά να εξελιχθούν, παραμένοντας ανταγωνιστικά μέσα από το θάρρος».
«Όταν αποδεχθήκαμε την πρόκληση, όντας τελευταίοι στη βαθμολογία και με τόσες ομάδες που δεν θα περνούσαν το “φίλτρο”, ξέραμε ότι το επίπεδο απαιτήσεων ήταν τεράστιο από την πρώτη στιγμή. Το να δουλεύεις σε έναν σύλλογο όπως ο ΠΑΟΚ σημαίνει πάντα τεράστια εβδομαδιαία πίεση και ότι, για να βγάλουμε την κατάσταση εις πέρας, θα έπρεπε να δίνουμε τουλάχιστον το διακόσια τοις εκατό κάθε μέρα», υπογραμμίζοντας την απίστευτη πίεση που σου «επιβάλλει» το όνομα του ΠΑΟΚ.
«Το ποδόσφαιρο εδώ, σε πολλά παιχνίδια, μπορούσε να θυμίσει εκείνο προηγούμενων δεκαετιών. Ανώμαλα γήπεδα, ομάδες πολύ δυνατές σωματικά, πολλές στημένες φάσεις, πολύ άμεσο παιχνίδι… Κι εμείς βρισκόμασταν σε ένα εντελώς αντίθετο επίπεδο. Τα παιδιά έχουν ωριμάσει πάρα πολύ στη λήψη αποφάσεων και στη διαχείριση των συναισθημάτων τους. Η διατήρηση του μοντέλου τους έδωσε πολλές εμπειρίες και βοήθησε πολύ στην αυτοπεποίθησή τους», προσπάθησε να εξηγήσει τον τρόπο παιχνιδιού του Δικεφάλου συγκριτικά με των υπολοίπων ομάδων της Super League 2.

Με ιδιαίτερη αναφορά στη δουλειά και τη νοοτροπία των νεαρών ποδοσφαιριστών, συνέχισε:
«Τα παιδιά έδειξαν διάθεση και αφοσίωση σε κάθε προπόνηση και απέναντι σε όσα τους ζητήσαμε, που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους βγάλω το καπέλο. Πάντα επιστρέφω σπίτι με την αίσθηση ότι υπήρχε κάτι που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα. Όσο συνεχίζω να έχω αυτή την αντίληψη, είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσω να εξελίσσομαι και να διατηρώ άθικτη την επιθυμία μου να συνεχίσω να προπονώ».

Για τη σχέση του με τους νεαρούς παίκτες πρόσθεσε:
«Τα παιδιά είναι σαν τα… σφουγγάρια, ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το πάθος των νεαρών ασπρόμαυρων. «Το να βλέπεις τα βλέμματά τους όταν τους έδειχνα βίντεο, πώς προσέχουν, πώς θέλουν να μάθουν… αυτό σε συμφιλιώνει με το ποδόσφαιρο. Ύστερα από τόσα χρόνια δουλεύοντας με ενήλικες, το να επιστρέφεις στη δουλειά με νέους κάνει τα πάντα πιο εύκολα. Τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες είναι πραγματικά σφουγγάρια. Ανυπομονούν να βελτιωθούν, θέλουν να μαθαίνουν σε κάθε άσκηση και δεν κουράζονται να ρωτούν».
Κλείνοντας, στάθηκε στη φιλοσοφία της Ακαδημίας και στον τρόπο λειτουργίας:
«Τη μεθοδολογία δεν τη βάζω εγώ. Την καθορίζει ο τεχνικός διευθυντής της Ακαδημίας, Βασίλης Μήττας. Εμείς είμαστε ένα κομμάτι που εφαρμόζει δράσεις μέσα σε αυτή τη φιλοσοφία που ο σύλλογος έχει πολύ καλά καθορισμένη. Δεν χρειάζεται να πείσεις τους ποδοσφαιριστές για τίποτα. Πείθουν οι ίδιοι τον εαυτό τους, γιατί ξέρουν πόσο κοντά βρίσκονται στο να αποκτήσουν την ευκαιρία να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Όσο συνεχίζω να γυρίζω σπίτι σκεπτόμενος ότι θα μπορούσα να το είχα κάνει καλύτερα, θα συνεχίσω να εξελίσσομαι», ολοκλήρωσε την μακροσκελής συνέντευξή του σε Μέσο της πατρίδας του.

