Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να βαδίζει ξανά σε λεπτές ισορροπίες, καθώς ένα γνώριμο αλλά επικίνδυνο μοτίβο επανεμφανίζεται: η ολοένα αυξανόμενη διασύνδεση τραπεζών και κρατικού χρέους.
Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ενισχύουν σημαντικά τις τοποθετήσεις τους σε κρατικά ομόλογα, αναζωπυρώνοντας τις ανησυχίες για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, έκρουσε πρόσφατα τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι η εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση στην αγορά ομολόγων, εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν δράσουν έγκαιρα.
Για τις τράπεζες της Wall Street, όπως οι JPMorgan, Bank of America, Citigroup και Goldman Sachs, η εικόνα διαφέρει σημαντικά από εκείνη της Ευρωζώνης. Οι αμερικανικές τράπεζες κατέχουν περίπου 1,5 έως 2 τρισ. δολάρια σε κρατικά ομόλογα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2025, ενώ στην Ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσό προσεγγίζει τα 3 τρισ. ευρώ. Παρότι οι ΗΠΑ διαθέτουν μια εξαιρετικά βαθιά αγορά κρατικού χρέους, αξίας άνω των 30 τρισ. δολαρίων, οι τράπεζες κατέχουν αναλογικά μικρότερο ποσοστό, καθώς σημαντικό μέρος βρίσκεται στα χέρια της Fed, ξένων κεντρικών τραπεζών και money market funds.
Στην Ευρωζώνη
Αντίθετα, στην Ευρωζώνη, οι τράπεζες παραμένουν στενά συνδεδεμένες με τα κράτη τους – μια σχέση που έχει χαρακτηριστεί ως «doom loop» (φαύλος κύκλος καταστροφής). Σε ένα τέτοιο σενάριο, η επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός κράτους οδηγεί σε πτώση της αξίας των ομολόγων, προκαλώντας απώλειες στις τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους ενδέχεται να χρειαστούν κρατική στήριξη, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημοσιονομικά.
Έναν χρόνο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το κρατικό χρέος που διακρατούσαν οι τράπεζες της Ευρωζώνης ήταν κοντά στο 1 τρισ. ευρώ, το οποίο όμως αυξήθηκε δραματικά την περίοδο 2012-2015 μετά την κρίση χρέους, καθώς οι διαδικασίες αύξησης ρευστότητας της ΕΚΤ ενίσχυσαν τη ζήτηση για κρατικά ομόλογα, με αποτέλεσμα η έκθεσή τους σε καθαρό κρατικό χρέος να ξεπεράσει τα 2 τρισ. ευρώ, φθάνοντας τα 2,1 τρισ. στις αρχές του 2021. Οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης προέβησαν σε εκδόσεις-ρεκόρ στη διάρκεια του 2020 για να χρηματοδοτήσουν τα μέτρα στήριξης των οικονομιών τους. Σήμερα, το καθαρό κρατικό χρέος υπολογίζεται κοντά στα 3 τρισ., που σημαίνει μία αύξηση της τάξης του 200%.
Μεταξύ Ιουνίου 2022 και Ιουνίου 2025 οι τράπεζες σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία αντιπροσώπευσαν περίπου το 60% της αύξησης των σχεδόν 700 δισ. ευρώ σε τοποθετήσεις κρατικών ομολόγων, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της πανδημίας. Η τάση αυτή συνδέεται εν μέρει με το πρόγραμμα ποσοτικής σύσφιγξης της ΕΚΤ, που ωθεί τα πιστωτικά ιδρύματα να αντικαθιστούν την πλεονάζουσα ρευστότητα με υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμα στοιχεία, όπως τα κρατικά ομόλογα, σύμφωνα με το Reuters.
Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική σταθερότητα ορισμένων χωρών της Ευρωζώνης. Μια ενδεχόμενη διάβρωση της εμπιστοσύνης θα μπορούσε να περιορίσει τη χορήγηση δανείων από τις τράπεζες και να διαταράξει τη ρευστότητα των αγορών, όπως προειδοποίησε μέλος της Bundesbank, υπενθυμίζοντας πόσο γρήγορα μπορούν να εκτοξευθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αύξησαν τις τοποθετήσεις τους σε κρατικά ομόλογα κατά 14% τον τελευταίο χρόνο, μια εξέλιξη που ενδέχεται να ενισχύσει τους κινδύνους σε περίπτωση δημοσιονομικών πιέσεων. Η αύξηση αυτή αντανακλά και τις αυξημένες ανάγκες δανεισμού των κυβερνήσεων, καθώς δανείζονται περισσότερο και με υψηλότερα επιτόκια για να χρηματοδοτήσουν την άμυνα και άλλες δαπάνες, καθιστώντας τα ομόλογα πιο ελκυστικά για τους δανειστές. Παρά το γεγονός ότι η άνοδος των αποδόσεων θεωρείται προς το παρόν διαχειρίσιμη, δεν αποκλείεται ένα νέο επεισόδιο αστάθειας, καθώς μια απότομη αύξηση των επιτοκίων ή μια οικονομική επιβράδυνση θα μπορούσε να μειώσει την αξία των χαρτοφυλακίων των τραπεζών και να αναβιώσει το σενάριο του «doom loop», όπως προειδοποίησε αξιωματούχος της ΕΒΑ.
Στις ΗΠΑ
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα ομόλογα που κατέχουν οι τράπεζες της Wall Street έχουν εκτοξευθεί στο υψηλότερο επίπεδο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, καθώς η χαλάρωση των κανονισμών από την κυβέρνηση Τραμπ ωθεί τις τράπεζες να επιστρέψουν δυναμικά στην αγορά κρατικού χρέους ύψους 31 τρισ. δολαρίων.
Τα καθαρά αποθεματικά κρατικών ομολόγων (καθαρή έκθεση σε ομόλογα που σχετίζεται με τη ρευστότητα και τη δυνατότητα άντλησης μετρητών) που κατέχουν οι μεγάλες τράπεζες έχουν αυξηθεί σε περίπου 550 δισ. δολάρια κατά μέσο όρο φέτος, από λιγότερο από 400 δισ. δολάρια το 2025, σύμφωνα με υπολογισμούς των FT, που βασίζονται σε στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Τα ομόλογα αυτά αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 2% της συνολικής αγοράς ομολόγων, το υψηλότερο ποσοστό από το 2007.
Αναλυτές, επενδυτές και στελέχη του χρηματοπιστωτικού κλάδου λένε ότι η χαλάρωση των κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας των ΗΠΑ ενθαρρύνει τις μεγάλες τράπεζες να διευκολύνουν περισσότερες συναλλαγές σε ομόλογα του Δημοσίου, βοηθώντας τες να ανακτήσουν ένα κομμάτι του εδάφους που παραχώρησαν σε άλλους χρηματοπιστωτικούς ομίλους μετά την κρίση του 2008.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή ενέχει κινδύνους σε μία περίοδο που το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έσπασε το φράγμα του 100%, φτάνοντας σε επίπεδα που ήταν άλλοτε αδιανόητα για τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και απειλώντας να καταρρίψει το ρεκόρ που είχε σημειωθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις 31 Μαρτίου, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ήταν 31,265 τρισ. δολάρια, ενώ το ΑΕΠ κατά το προηγούμενο έτος ήταν 31,216 τρισ., σύμφωνα με τη WSJ. Αυτό σημαίνει ότι το χρέος ανήλθε στο 100,2% του ΑΕΠ, από 99,5% που ήταν στις 30 Σεπτεμβρίου, όταν έληξε το τελευταίο οικονομικό έτος. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί στο άμεσο μέλλον, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρουσιάζει ιστορικά μεγάλα ελλείμματα, σχεδόν 6% του ΑΕΠ. Η αμερικανική κυβέρνηση δαπανά 1,33 δολάριο για κάθε δολάριο που εισπράττει σε έσοδα και το έλλειμμα του προϋπολογισμού φέτος προβλέπεται να φτάσει το 1,9 τρισ. δολάρια.
Με τα δημοσιονομικά ελλείμματα να παραμένουν υψηλά και τις χρηματοδοτικές ανάγκες να αυξάνονται, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει πίεση στις αγορές, αλλά πότε και πόσο έντονη θα είναι.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

