Η ΤΖΑΖ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΤΖΑΖ δισκογραφία, στην Ελλάδα, καλά κρατεί. Και δεν συζητάμε μόνο για τις digital εκδόσεις, αλλά και για τις φυσικές μορφές, τυπωμένες σε LP ή CD. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες με ιστορία, ή και νεότερα ονόματα, που ξανοίγονται σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους, έχοντας την τζαζ και τον αυτοσχεδιασμό, πάντα, σαν οδηγούς.
SPACESHIP: Centaur
[Irida Jazz, 2026]
Οι Spaceship είναι ένα ελληνικό ροκ / τζαζ / fusion τρίο, το οποίο αποτελούν οι Νικόλας Δημοσθένους κιθάρες, Κωνσταντίνος Μεντζελόπουλος μπάσο και Αλβέρτος Παναγιωτόπουλος ντραμς, κρουστά, φωνή. Από τους τρεις μουσικούς αυτός που έχει τη μεγαλύτερη ιστορία είναι ο Παναγιωτόπουλος, καθώς βρίσκεται στη σκηνή από την εποχή του Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου. Θυμάμαι τον Παναγιωτόπουλο και από τους δύο πολύ ενδιαφέροντες δίσκους του από τα 2000s (τους “Visionary World” και “Hyper Fly”), όμως εδώ τα πράγματα θα έλεγα πως είναι αρκετά διαφορετικά, αφού το ροκ χαρακτηρίζει εξ ίσου τις συνθέσεις του δίσκου – η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ανήκει στον Παναγιωτόπουλο.
Το σίγουρο είναι πως το «Centaur» ακούγεται και μέσα στο space-progressive περιβάλλον όπως ακούγεται και εντός του hard rock (περιβάλλοντος) και βεβαίως του ethnic-jazz-fusion, με τα κομμάτια να κυλάνε άψογα, καθώς παρουσιάζονται με δύναμη και φαντασία.
Τα κλασικά ροκ-τρίο είναι οπωσδήποτε μία πρώτη και πολύ βασική αναφορά στο “Centaur”, αλλά από ’κει και πέρα οι επιρροές του σχήματος ξεφεύγουν των αναμενόμενων ροκ μοτίβων, καθώς επεκτείνονται και προς άλλες κατευθύνσεις. Μάλιστα, οι τίτλοι των συνθέσεων, που πολλές φορές δρουν προγραμματικά, αποκαλύπτουν αυτές τις διαδρομές – άκου, για παράδειγμα, τις “Hey Yoruba”, “American Indian”, “Afro Orpheo/Fiesta”, “Balkan fusion”, “Oriental typhoon” κ.λπ.
Το σίγουρο είναι πως το “Centaur” ακούγεται και μέσα στο space-progressive περιβάλλον, όπως ακούγεται και εντός του hard rock (περιβάλλοντος) και βεβαίως του ethnic-jazz-fusion, με τα κομμάτια να κυλάνε άψογα, καθώς παρουσιάζονται με δύναμη και φαντασία. Θέλω να πω πως το άλμπουμ είναι πολύ καλό, πως ανανεώνει, στο μέτρο του δυνατού, το σύγχρονο fusion, και πως, ανά φάσεις, δεν παύει να κοινοποιεί και την ελληνική προέλευσή του, με tracks σαν τα “Fantasia” και “Djivaeri / Immigrants”. Για μένα το “Centaur” είναι ένας δίσκος «έκπληξη».
«Hey Yoruba»
Επαφή εδώ
TSOLIS / ATHANASOPOULOS QUARTET: No Oxygen
[Slavic Smile Music / B-otherSide Records, 2025]
To Tsolis / Athanasopoulos Quartet είναι ένα ελληνικό τζαζ κουαρτέτο, το οποίο αποτελούν οι Thanos Athanasopoulos τενόρο σαξόφωνο, Georgios Tsolis πιάνο, Giannis Papatriantafilou κοντραμπάσο και Yorgos Maniatis ντραμς – με το άλμπουμ του “No Oxygen” [Slavic Smile Music / B-otherSide Records, 2025] να παραπέμπει, ως τίτλος, κατ’ ευθείαν, στο έγκλημα των Τεμπών (στο μέσα μέρος του digipak υπάρχουν, πάνω σε μια σιδηροδρομική γραμμή, αχνά γραμμένα τα ονόματα των νεκρών).
Οι μουσικοί είναι γνωστοί στην ελληνική και όχι μόνο σκηνή, καθώς ο Athanasopoulos έχει πορεία και στην Ισπανία (σημειώστε τους δίσκους “One” των Electric Mandarine από το 2025, καθώς και τους “Modern Money Mechanics” και “Knock Before” του Athanasopoulos / Pin Jazz Quartet από τη διετία 2009-2010), ενώ και ο Giorgos Tsolis είναι γνωστός από τα άλμπουμ του “On the Way” (2011) με το Georgios Tsolis Trio, “Methexis” (2024) ως Georgios Tsolis & Friends κ.λπ. Έτσι, και σε κάθε περίπτωση, όλη αυτή η τριβή και η εμπειρία δεν μπορεί παρά να φαίνονται και στο “No Oxygen” – έναν δίσκο που καταγράφει, πέρα από θαυμάσια μουσική, και έντονα συναισθήματα.
Το άλμπουμ τώρα, σε γενικές γραμμές, κινείται σε post-bop φάση, έχει drive, και δείχνει χαρακτήρα όχι μόνο στα δυναμικά tracks, που κερδίζουν αμέσως τις εντυπώσεις, μα ακόμη στις μπαλάντες (“One of those days”, “Rode”) και βεβαίως στα blues σαν το “Blues for Dimitris”. Συνεπές και ευχάριστο άκουσμα, λοιπόν, που απλώνεται αρκετά στο χρόνο – αν και τα δύο τελευταία tracks, που διαρκούν περί τα 12 λεπτά, είναι alternative takes προϋπαρχόντων.
«Blues for Dimitris»
Επαφή εδώ
RESONANCE: Resonance
[Jazz Breeze Records, 2025/26]
Οι Resonance είναι ένα καινούριο ελληνικό τζαζ κουαρτέτο, το οποίο αποτελείται από τους Stergios Polyzos σαξόφωνο, George Koutsi κιθάρα, Antonis Arvanitis κοντραμπάσο και Dimitris Koutantos ντραμς. Όλοι οι μουσικοί έχουν τη δική τους ιστορία, με τον κιθαρίστα Κουτσικούλη να είναι γνωστός και από το κοινό άλμπουμ με τον συνάδελφό του Dennis Pol (το “Guitarology” από το 2021).
Στο “Resonance” καταγράφονται τρεις και τέσσερις συνθέσεις, χαραγμένες στις δύο πλευρές του βινυλίου, που όλες ανήκουν στα μέλη του σχήματος. Τρεις έχει γράψει ο Koutsi, δύο ο Arvanitis, μία ο Polyzos, ενώ μία ανήκει στους Arvanitis/Koutsi.
Το άλμπουμ έχει ύφος, μορφή και χρώμα. Είναι καλοφτιαγμένο και από εικαστικής πλευράς, ενώ και η μουσική του είναι, ή καλύτερα μοιάζει να είναι, απλή, αλλά σίγουρα είναι άψογα παιγμένη και παρουσιασμένη. Εννοώ πως η τζαζ στο “Resonance” έχει μια παλιομοδίτικη όψη, προβάλλοντας έντονο swinging, με απολύτως μετρημένα soli στην κιθάρα και το τενόρο σαξόφωνο.
Είναι η τζαζ του Stan Getz από τα 50s ας πούμε, όταν συνεργαζόταν με τους κιθαρίστες Johnny Smith και Jimmy Raney, είναι ένας τεχνικός τύπος τζαζ, από τον οποίο δεν λείπει η χάρη και το αίσθημα. Και αυτό το αντιλαμβάνεσαι, αμέσως, σε κομμάτια σαν τα “Paper thin”, “Afterglow” και “Running on love”, με όλο το «πακέτο» να κινείται στο αυτό υψηλό αισθητικό επίπεδο.
Το να παρουσιάζονται έλληνες μουσικοί, με τη δεξιοτεχνία και τις ικανότητες, όχι μόνο να ερμηνεύουν στάνταρντ (κάτι που δεν συμβαίνει εδώ), αλλά και να συνθέτουν με βάση τα συγκεκριμένα πρότυπα των fifties, και μάλιστα μέσω ενός τόσου άψογου bop, δείχνει πως έχουμε προχωρήσει πολύ σαν σκηνή, και πως το επίπεδο της τζαζ στη χώρα μας διαρκώς απλώνεται και ανεβαίνει.
«Paper Thin»
Επαφή εδώ
LATCHÓ BISKÉ (GIORGOS NIKOPOULOS / GIORGOS VENTOURIS): Xenios
[Balios Group / Violins Productions / SAE Athens, 2026]
Οι Latchó Biské είναι βασικά το ντουέτο των Γιώργου Νικόπουλου (Giorgos Nikopoulos) ηλεκτρική κιθάρα, άταστη ηλεκτρική κιθάρα, φωνή, στίχοι και Γιώργου Βεντουρή (Giorgos Ventouris) κοντραμπάσο, φωνή. Λέω «βασικά», γιατί στην ηχογράφηση του LP των Latchó Biské “Xenios” συμμετέχουν κι άλλα πρόσωπα, σαν τους Manousos Klapakis κρουστά, Athinodoros Karkafiris κιθάρα, Lefteris Andriotis κρητική λύρα με συμπαθητικές χορδές, Christos Antoniadis στίχοι και ομάδα τραγουδιστών.
Από το setting ίσως έχει γίνει φανερό πως το σχήμα αυτό κινείται προς τον χώρο της παραδοσιακής μουσικής – κάτι που ενδεχομένως επιβεβαιώνεται και από κάποιους τίτλους κομματιών, όπως “Kalanda” κ.λπ. Όμως, οι Latchó Biské δεν είναι ένα τυπικό νεο-παραδοσιακό σχήμα. Έχουν κι άλλες αναφορές, θέλω να πω, πέρα από την παράδοση, όπως από την τζαζ, το ροκ ή ακόμη και από το ρεμπέτικο – όπως ακούμε στο “Kaike makria mia poli”, που είναι επηρεασμένο από το «Κάηκε ένα σχολείο» του Α. Κωστή (Κώστας Μπέζος). Τέτοιες επιρροές υπάρχουν πολλές, σχεδόν σε κάθε τραγούδι του “Xenios” και φυσικά στο “Prosfigoula”, που κλείνει την πρώτη πλευρά του LP.
![SPACESHIP: Centaur [Irida Jazz, 2026]](https://www.lifo.gr/sites/default/files/inline-images/a%20LIFO%20greek%20jazz%207.png)
Ναι, οι Latchó Biské κάνουν έναν δίσκο αφιερωμένο στους βασανισμένους και κατατρεγμένους λαούς (Παλαιστίνιους κ.ά.), που έχουν υποστεί γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, και που αναζητούν ή αναζήτησαν μέσα στον ιστορικό χρόνο τη δική τους γη, τη δική τους πατρίδα (τέτοιοι λαοί ήταν/είναι και οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι Εβραίοι, οι Κούρδοι κ.ά.).
Υπάρχει λοιπόν αυτό το κοινωνικό στοιχείο στο “Xenios”, που χαρακτηρίζει και τα κομμάτια της δεύτερης πλευράς εννοείται, τα οποία τιτλοφορούνται “Apo ti Rafa sti Livyi”, “Tin patrida m’ echasa” κ.λπ. Εδώ και μια version στο παραδοσιακό “Kleftiki zoi” («Μαύρη μωρέ πικρή ζωή που κάνουμε / εμείς οι μαύροι κλέφτες»), ενώ ενδιαφέρον έχει και η φωνητική προσέγγιση στο “Epistrofi”.
Αν κάτι χαρακτηρίζει το “Xenios” των Latchó Biské, καθ’ όλη τη διάρκειά του, αυτό έχει να κάνει με μία τελείως παράξενη lo-fi και σπιτική διάθεση, τόσο στην εκτέλεση, όσο και στην εγγραφή, που μοιάζει (μοιάζει λέω) να έχει γίνει με τα τελείως στοιχειώδη. Δεν ξέρω αν πρόκειται για «άποψη» του σχήματος ή αν βγήκε έτσι τυχαίως. Πάντως σαν άκουσμα, το “Xenios”, είναι εντελώς παράξενο (το ξαναλέω).
«Gnosienne no. 1» – Nikos Paraoulakis & Latchó Biské (Giorgos Ventouris, Giorgos Nikopoulos)
Επαφή εδώ

