Η γεωπολιτική κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία επαναπροσδιόρισε τις προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής στην Ευρώπη. Η ανάγκη για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ιδιαίτερα από το ρωσικό φυσικό αέριο οδήγησε σε μια πρωτοφανή κινητοποίηση κεφαλαίων και πολιτικών υπέρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Επιπλέον, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν (ειδικά με τις διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ) λειτουργούν ως καταλύτης για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Η λογική είναι απλή: η ενεργειακή ασφάλεια πλέον ταυτίζεται με την ενεργειακή ανεξαρτησία.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ξεκάθαρα αυτή τη στροφή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε πρόσφατα πρόγραμμα ύψους 5 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη υπεράκτιας αιολικής ενέργειας στη Δανία, επιταχύνοντας την εγκατάσταση νέων έργων μεγάλης κλίμακας στη Βόρεια Θάλασσα. Παράλληλα προωθείται η δημιουργία ενός νέου ευρωπαϊκού ταμείου καθαρών τεχνολογιών ύψους 30 δισ. ευρώ, με στόχο την ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής και της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης.
Η ενίσχυση των επενδύσεων δεν περιορίζεται στις χώρες του Βορρά. Στην Ελλάδα εγκρίθηκε πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων ύψους 400 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη της βιομηχανίας καθαρών τεχνολογιών, συμβάλλοντας στους στόχους της ευρωπαϊκής «Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας». Το πρόγραμμα αυτό στοχεύει στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας σε τεχνολογίες όπως τα φωτοβολταϊκά και οι μπαταρίες, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται όχι μόνο λόγω των κλιματικών στόχων, αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για στρατηγική αυτονομία, ιδιαίτερα τώρα που από τον πόλεμο στο Iράν έχει αναδειχθεί όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια η σημασία της ενεργειακής αυτονόμησης των κρατών. Η Ευρώπη επενδύει πλέον συστηματικά σε υποδομές που μειώνουν την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές ενέργειας, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανθεκτικότητα των οικονομιών της.
Ταυτόχρονα, η αναθεώρηση του συστήματος τιμολόγησης του άνθρακα και η ενίσχυση των μηχανισμών στήριξης της καθαρής ενέργειας δημιουργούν ένα πιο σταθερό επενδυτικό περιβάλλον. Οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν ταχύτατα, ενσωματώνοντας στρατηγικές βιωσιμότητας και επενδύοντας σε ενεργειακή αποδοτικότητα και καθαρές τεχνολογίες.
Παρά τη δυναμική αυτή, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Η ταχύτητα ανάπτυξης των ΑΠΕ απαιτεί εκσυγχρονισμό των δικτύων, επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και καλύτερο συντονισμό μεταξύ κρατών-μελών. Επιπλέον, η κοινωνική αποδοχή μεγάλων έργων και η διασφάλιση δίκαιης μετάβασης για όλες τις περιφέρειες αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη μακροπρόθεσμη επιτυχία.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κομβική θέση μέσα σε αυτή τη νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Με ισχυρό δυναμικό σε ήλιο και άνεμο και με αυξανόμενες επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως ενεργειακός κόμβος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ομως να τονίσουμε ότι το πιο σημαντικό είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία μέσω ΑΠΕ το συντομότερο. Δεν υπάρχει πιο κατάλληλη χρονική στιγμή για να υπάρξουν επενδύσεις στη χώρα μας και να φθάσουμε διαχρονικά στα υψηλά ποσοστά της Σουηδίας, της Δανίας και της Φινλανδίας, που χρησιμοποιούν περισσότερο από 50% τις ΑΠΕ στο σύνολο της ενέργειας που καταναλώνουν. Ας επενδύσουμε λοιπόν εκεί άμεσα για να μειώσουμε τις τιμές ενέργειας και όχι στα κουπόνια επιδότησης!
Η κρίση του πολέμου λειτουργεί τελικά ως επιταχυντής για μια βαθύτερη μεταμόρφωση του ενεργειακού συστήματος. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτούν πλέον κεντρική θέση όχι μόνο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και στη διαμόρφωση μιας πιο ασφαλούς και ανθεκτικής Ευρώπης και Ελλάδας.
*Ο κ. Νίκος Αυλώνας είναι πρόεδρος του Κέντρου Αειφορίας (CSE) www.cse-net.org, επισκέπτης καθηγητής Βιώσιμης Ανάπτυξης, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής.
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

