Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στις διεθνείς αγορές, που βρίσκεται μόνιμα στο μυαλό όλων των μεγάλων portfolio managers: “Αν υπάρχει ένα νομικό παραθυράκι που μπορεί να αποφέρει εκατομμύρια, χρησιμοποίησέ το και άσε τη λογική να λέει”. Μόνο που μερικές φορές η λογική αρνείται πεισματικά να υποταχθεί στο παράλογο, αφήνοντας τους επίδοξους “αλχημιστές” των αγορών και τους δικηγόρους τους με άδεια χέρια. Η πρόσφατη, καθαρή δικαίωση του ελληνικού Δημοσίου από το Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου (High Court of Justice – Business and Property Courts), διά χειρός του δικαστή Robert Bright (Hon. Mr. Justice Robert Bright), για την υπόθεση των διαβόητων Ελληνικών GDP-linked warrants, δεν είναι απλώς μια καλή είδηση που γλιτώνει τον κρατικό προϋπολογισμό από μια σημαντική και αδικαιολόγητη επιβάρυνση. Είναι μια ολοκληρωτική νίκη της κοινής λογικής απέναντι στον επιθετικό νομικίστικο οπορτουνισμό, και κλείνει οριστικά έναν λογαριασμό της εποχής που η Ελλάδα αντιμετωπιζόταν διεθνώς περίπου σαν πολιτικός και οικονομικός παρίας.
Για να κατανοήσουμε την αστειότητα του πράγματος, πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτοί οι τίτλοι, συνδεδεμένοι με τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ, εκδόθηκαν το 2012 στο πλαίσιο του PSI. Ήταν ένα “τυράκι” για τους ομολογιούχους που υπέστησαν το κούρεμα, ένα είδος στοιχήματος: “αν η χώρα τα καταφέρει, θα πάρετε κάτι παραπάνω”. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε στοίχημα, υπάρχουν κανόνες και όχι ευχές στα πεφταστέρια. Η Ελλάδα, ασκώντας το συμβατικό δικαίωμα επαναγοράς (call option) που προέβλεπε ρητά η διαβόητη πλέον “Ρήτρα 6.1” των όρων έκδοσης, αποφάσισε να καθαρίσει το τοπίο από αυτά τα υπολείμματα της κρίσης. Η επαναγορά αφορούσε τίτλους με αστρονομική ονομαστική αξία άνω των 62,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, με την τιμή να ορίζεται στα 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους, οδηγώντας σε ένα συνολικό κόστος περίπου 155 εκατομμυρίων ευρώ για το Δημόσιο.
Και κάπου εκεί εμφανίστηκαν οι Wilmington Trust Limited και η White & Case (θεματοφύλακας των warrants η πρώτη, νομική εταιρεία η δεύτερη), εκπροσωπώντας ομάδα επενδυτών (δεν έχουν γίνει γνωστά όλα τα ονόματα και ούτε προβλέπεται, αλλά γνωρίζουμε τα VR Capital, Wellington Management και Pharo Management) ζητώντας το αδιανόητο: να αγνοηθεί ο προβλεπόμενος μηχανισμός τιμολόγησης της ΗΔΑΤ, με το επιχείρημα ότι η αγορά ήταν “αλλοιωμένη”, και να πληρωθούν περίπου 55 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον βάσει δικών τους υπολογισμών, διαφορετικών από τους προβλεπόμενους από την σύμβαση. Απαίτησαν, δηλαδή, από ένα κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος να παίξει το παιχνίδι τους με “διπλά βιβλία”, επειδή η πραγματικότητα της αγοράς δεν τους απέφερε όσα είχαν φανταστεί. Πρόκειται για την απόλυτη εφαρμογή της στρατηγικής που θέλει την επένδυση να μετατρέπεται σε “καζίνο με νομικό τμήμα”, όπου ο επενδυτής αγοράζει την πιθανότητα κέρδους αλλά αρνείται να αποδεχθεί τους όρους της σύμβασης και θέλει τροποποίηση τους, όταν αυτοί δεν τον ευνοούν.
Ο ΟΔΔΗΧ αποφάσισε να δράσει προληπτικά και όχι αμυντικά, και προσέφυγε στο αρμόδιο δικαστήριο, με βάση τις προβλέψεις της σύμβασης για τα χρεόγραφα.
Το δικαστήριο του Λονδίνου απέρριψε πλήρως τους ισχυρισμούς των συγκεκριμένων επενδυτών, κρίνοντας ότι η Ελλάδα ενήργησε με απόλυτη τεχνοκρατική ακρίβεια και τήρησε κατά γράμμα τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Το δικαστήριο υπενθύμισε κάτι εξαιρετικά απλό: οι συμβάσεις δεν ξαναγράφονται εκ των υστέρων επειδή κάποιο fund ανακάλυψε έναν πιο κερδοφόρο τρόπο να τις διαβάζει. Οι επενδυτές γνώριζαν, ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι η αξία αυτών των σύνθετων εργαλείων εξαρτάται από συγκεκριμένους τύπους και δεδομένα. Άδικος δεν είναι ο κανόνας επειδή έχασες το στοίχημα· άδικο θα ήταν να αλλάξει ο κανόνας εκ των υστέρων επειδή διαθέτεις ακριβά δικηγορικά γραφεία.
Η σημασία αυτής της νίκης, όμως, ξεπερνά κατά πολύ τα 55 εκατομμύρια της νομικής διαφοράς. Το πραγματικό, γιγαντιαίο κέρδος είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο, δαπανώντας μόλις 155 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή περίπου 25 σεντς στο ευρώ, κατάφερε να “σβήσει” οριστικά από τον προϋπολογισμό και την διαχείριση του δημοσίου χρέους μια ονομαστική αξία 62,3 δισεκατομμυρίων. Απαλλάχθηκε από έναν μηχανισμό που, σε περίπτωση ισχυρής ανάπτυξης, θα μπορούσε να επιβαρύνει τον κρατικό κορβανά μέχρι το μακρινό 2042. Αυτή η κίνηση αποδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει περάσει σε άλλη κατηγορία ωριμότητας και αντιμετωπίζει τις χρηματοπιστωτικές υποθέσεις της με ουσιαστική σοβαρότητα και όχι με έκδοση… perpetual bonds!
Η συγκεκριμένη υπόθεση κερδήθηκε επειδή αντιμετωπίστηκε όπως θα έπρεπε από ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος που διαχειρίζεται το χρέος του με τεχνοκρατική ακρίβεια και ψυχραιμία, και όχι σαν μια χώρα που αναζητά συμπάθεια. Τα warrants ήταν μια ξεχασμένη νάρκη από την εποχή της κρίσης, ένα φάντασμα του παρελθόντος που έπρεπε να εξορκιστεί.
Η πραγματική είδηση δεν είναι ότι η Ελλάδα γλίτωσε χρήματα. Είναι ότι απέδειξε πως μπορεί πλέον να υπερασπίζεται θεσμικά και αποτελεσματικά τα συμφέροντά της απέναντι στους ισχυρότερους παίκτες των αγορών. Στο τέλος, αυτή η υπόθεση δεν έκλεισε μόνο έναν ακόμη λογαριασμό του PSI. Έκλεισε και μια ολόκληρη εποχή όπου η Ελλάδα θεωρούνταν το εύκολο θήραμα των αγορών.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

