Της Ξανθής Γούναρη
Οκτώ χρόνια μετά την είσοδό της στην ελληνική αγορά, η LC Waikiki επιταχύνει το βηματισμό της, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει τη σταδιακή ωρίμανση της παρουσίας της στη χώρα. Το 2026 βρίσκει την τουρκική αλυσίδα, που συχνά αποκαλείται ως “τουρκική Zara”, σε φάση νέας ανάπτυξης, με τέσσερα καταστήματα σε τροχιά υλοποίησης και μια οικονομική εικόνα που επιστρέφει σε θετικό έδαφος.
Η αρχή έγινε ήδη με το νέο κατάστημα στις Σέρρες, το οποίο αποτελεί το 13ο φυσικό σημείο πώλησης της εταιρείας στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα κατάστημα μεγάλης επιφάνειας, περίπου 1.000 τ.μ., στο 1ο χλμ. της οδού Σερρών-Δράμας, με 20 εργαζόμενους, το οποίο ακολουθεί το πλήρες εμπορικό μοντέλο της αλυσίδας, καλύπτοντας γυναικεία, ανδρική και παιδική ένδυση και υπόδηση, καθώς και είδη σπιτιού.
Παράλληλα, τρία ακόμη projects βρίσκονται σε εξέλιξη. Συγκεκριμένα στη Λαμία, όπου η αλυσίδα έχει μισθώσει τον χώρο του πρώην Bershka, καθώς και στη Μυτιλήνη και στο κέντρο της Ρόδου. Με τα τέσσερα νέα ανοίγματα, το ελληνικό δίκτυο θα φτάσει τα 16 σημεία πώλησης.
Το επενδυτικό πλάνο αποτυπώνει μια σαφή πρόθεση διείσδυσης στην περιφέρεια, αλλά και αξιοποίησης εμπορικών χώρων που απελευθερώνονται από άλλες αλυσίδες. Ωστόσο, η επέκταση δεν είναι χωρίς εμπόδια. Το βασικότερο παραμένει η περιορισμένη διαθεσιμότητα μεγάλων εμπορικών ακινήτων, καθώς η εταιρεία αναζητά επιφάνειες άνω των 800–1.000 τ.μ. — ένα format που δεν είναι εύκολο να βρεθεί σε όλες τις ελληνικές πόλεις.
Παρά τις δυσκολίες, ο στρατηγικός στόχος δεν έχει μεταβληθεί: ένα δίκτυο περίπου 30 καταστημάτων σε πρώτη φάση, με εκτιμήσεις ότι η ελληνική αγορά θα μπορούσε να υποστηρίξει ακόμη και 40 έως 50 σημεία πώλησης σε βάθος χρόνου.
Από τις ζημιές στα κέρδη
Η οικονομική πορεία της ελληνικής θυγατρικής της LC Waikiki ακολουθεί το γνώριμο μοτίβο των διεθνών retailers που επενδύουν επιθετικά σε νέα αγορά: αρχικές ζημιές, πρόσκαιρη κερδοφορία και εκ νέου πιέσεις λόγω ανάπτυξης.
Η πρώτη ουσιαστική καμπή καταγράφηκε το 2021, όταν η εταιρεία πέρασε για πρώτη φορά σε κέρδη, με τον τζίρο να ενισχύεται θεαματικά. Ωστόσο, η επέκταση που ακολούθησε το 2022 -με τέσσερα νέα καταστήματα- επανέφερε την τουρκική αλυσίδα σε ζημιογόνο τροχιά για τη διετία 2022–2023, παρά τη σημαντική αύξηση πωλήσεων.
Η εικόνα άλλαξε εκ νέου το 2024. Ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 34,66 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 4,24% έναντι του 2023, ενώ η εταιρεία επέστρεψε σε καθαρή κερδοφορία, με κέρδη 415.534 ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η βελτίωση του μικτού περιθωρίου (τα μικτά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 18,78%, φτάνοντας τα 13,904 εκατ. ευρώ), αλλά και η συγκράτηση των λειτουργικών δαπανών, μια στρατηγική επιλογή που φαίνεται να αποδίδει.
Η χρηματοοικονομική εικόνα βελτιώθηκε σε όλα τα επίπεδα. Η καθαρή θέση ανήλθε σε 8,667 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 38,64%, εν μέρει χάρη σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 2 εκατ. ευρώ — από 7 εκατ. σε 9 εκατ. ευρώ. Τα ταμειακά διαθέσιμα υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 7,514 εκατ. ευρώ από 4,257 εκατ. ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις συρρικνώθηκαν κατά 20,51%, στα 8,531 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία απασχόλησε κατά μέσο όρο 188 εργαζόμενους το 2024, έναντι 130 το 2021, αντανακλώντας την επέκταση του δικτύου.
Πολυκαναλική στρατηγική και sub-brands
Ένα από τα βασικά εργαλεία διαφοροποίησης της εταιρείας είναι η ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου portfolio. Πέρα από την κύρια αλυσίδα, η LC Waikiki επενδύει σε εξειδικευμένα sub-brands, όπως τα LCW Home, LCW Dream, LCW Steps, LCW Baby και XSIDE.
Η στρατηγική αυτή — που θυμίζει το μοντέλο των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων — επιτρέπει την κάλυψη διαφορετικών αναγκών του καταναλωτή, είτε μέσω αυτόνομων καταστημάτων είτε μέσω shop-in-shop formats. Με τον τρόπο αυτό, η εταιρεία διευρύνει το target group της και αυξάνει τη μέση αξία καλαθιού.
Ο κολοσσός πίσω από την αλυσίδα
Η ελληνική επέκταση αποτελεί μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ. Η LC Waikiki δεν ήταν εξ αρχής τουρκική εταιρεία, καθώς ιδρύθηκε το 1988 στο Παρίσι από τρεις συνεργάτες γαλλικής καταγωγής ως brand χονδρικής, με επίκεντρο t-shirts και φούτερ. Το 1997, η τουρκική Taha Group εξαγόρασε τα παγκόσμια δικαιώματα του brand μέσω της θυγατρικής Tema Tekstil, η οποία μετονομάστηκε σε LC Waikiki Mağazacılık Hizmetleri, και μετέφερε την έδρα στην Κωνσταντινούπολη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης George Amouyal εξακολουθεί να κατέχει περίπου το 6,37% της εταιρείας, ενώ η μετοχική δομή ελέγχεται σήμερα από την οικογένεια Küçük (47,49%) και την οικογένεια Dizdar (35,05%).
Η διεθνής επέκταση ξεκίνησε το 2009, με πρώτο κατάστημα εκτός Τουρκίας στη Ρουμανία. Σύμφωνα με τον επίσημο εταιρικό ιστότοπο, η εταιρεία δραστηριοποιείται σήμερα σε 82 χώρες σε 5 ηπείρους με πάνω από 1.300 καταστήματα και περίπου 55.000 εργαζόμενους παγκοσμίως. Η παρουσία της εκτείνεται από τη Λατινική Αμερική — Χιλή, Γουατεμάλα, Εκουαδόρ, Περού — έως την Αφρική, με χώρες όπως η Κένυα, η Τανζανία και η Ακτή Ελεφαντοστού, και από την Κεντρική Ασία — Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιζία — έως τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου δραστηριοποιείται σε Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Βοσνία, Κροατία, Κόσοβο, Αλβανία, Ουγγαρία και Ελλάδα μεταξύ άλλων. Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία της στη Ρωσία, όπου λειτουργεί σε 25 πόλεις αναλαμβάνοντας χώρους που εγκατέλειψε η H&M μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Τζίρος-ρεκόρ και διαφορετική στρατηγική
Σύμφωνα με τον επίσημο εταιρικό ιστότοπο, η LC Waikiki έκλεισε το 2025 με καθαρές πωλήσεις 6 δισ. δολαρίων, εξαγωγές 1,2 δισ. δολαρίων και πάνω από 1.300 καταστήματα παγκοσμίως. Η εταιρεία κατατάσσεται μεταξύ των τριών κορυφαίων φορολογούμενων της Τουρκίας, εξαιρουμένων τραπεζών και κρατικών φορέων.
Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στηρίζεται στην καθετοποιημένη παραγωγή, περίπου το 90% των προϊόντων που πωλούνται στα καταστήματά της στην Τουρκία είναι εγχώριας παραγωγής, και σε μια συνειδητή στρατηγική παρουσίας σε αγορές που αγνοούν οι δυτικοί ανταγωνιστές. Πόλεις όπως τα Τίρανα, η Καμπάλα και το Ουλάν Μπάτορ αντιμετωπίζονται ως “χρυσές ευκαιρίες”, μια προσέγγιση που έχει επιτρέψει στην εταιρεία να αναδειχθεί σε ηγέτιδα αγοράς σε 23 χώρες.
Η ευρωπαϊκή πρόκληση
Παρά την εντυπωσιακή της ανάπτυξη, η απόσταση από τους κορυφαίους παίκτες της ευρωπαϊκής αγοράς παραμένει σημαντική. Ο ισπανικός όμιλος Inditex, ιδιοκτήτης της Zara, κατέγραψε το 2025 πωλήσεις σχεδόν 40 δισ. ευρώ, ενώ η H&M ξεπέρασε τα 21 δισ. ευρώ. Η Primark κινείται επίσης σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, με τζίρο άνω των 11 δισ. ευρώ.
Απέναντι σε αυτά τα μεγέθη, οι πωλήσεις των περίπου 5,5 δισ. ευρώ της LC Waikiki -με σημαντικό ποσοστό εκτός Ευρώπης- υπογραμμίζουν το μέγεθος της πρόκλησης. Ο στόχος για είσοδο στην τριάδα των κορυφαίων fashion retailers της γηραιάς ηπείρου, όπως έχει εκφραστεί από τον Vahap Kucuk, πρόεδρο του ΔΣ, σύμφωνα με δημοσιεύματα τουρκικών ΜΜΕ, παραμένει, προς το παρόν, φιλόδοξος.

