Με περίσσιο ενθουσιασμό, χάρη και στις θετικές ειδήσεις από τη Μέση Ανατολή, αλλά και ορισμένες ενστάσεις σπεύδει να «διαβάσει» η αγορά την πρωτοβουλία του MSCI να αναβαθμίσει το ελληνικό Χρηματιστήριο στην «ελίτ» των Development Markets -έστω κι αν η απόφαση θα αρχίσει να έχει ισχύ από τον Μάιο του 2027 και όχι από τον Αύγουστο του 2026, όπως αρχικά αναμενόταν.
Κατ΄ αρχήν, η επιλογή του οίκου να θέσει σε εφαρμογή την αναταξινόμηση σ’ ένα χρονικό διάστημα 13 – 14 μηνών σε σχέση με την προχθεσινή ανακοίνωση, εγείρει από μόνη της συγκεκριμένους προβληματισμούς ως προς την τρέχουσα ετοιμότητα της Αθήνας να σταθεί επί ίσοις όροις στο πεδίο των Development Markets. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η ολιγόμηνη καθυστέρηση δεν φαίνεται να αλλάζει το ευρύτερο νόημα της αναβάθμισης, το οποίο αναφέρει ότι η Αθήνα αλλάζει επιτέλους επίπεδο, ολοκληρώνοντας τον μακρύ κύκλο της εσωστρέφειας, ο οποίος ξεκίνησε με τη δυσάρεστη και πρωτοφανή υποβάθμιση του 2013.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση του MSCI έρχεται να προστεθεί στην ήδη γνωστοποιημένη κίνηση του FTSE Russell να υπάγει την Αθήνα στις Αναπτυγμένες Αγορές από τον προσεχή Σεπτέμβριο. Μέσα στον Απρίλιο δε, επίκειται και η αντίστοιχη ετυμηγορία του Stoxx, ο οποίος έχει θέσει από πέρυσι το Χρηματιστήριο σε καθεστώς παρακολούθησης (watch-list) για πιθανή αναθεώρηση. Όλα αυτά, όπως ομονοούν οι αναλυτές, καταδεικνύουν τη διαμόρφωση μιας ξεκάθαρης τάσης ως προς την ταξινόμηση και τη δυναμική της Λεωφόρου Αθηνών.
Τα συν της αναβάθμισης
Οι περισσότεροι παράγοντες της αγοράς αναγνωρίζουν ότι η είσοδος του Χρηματιστηρίου στις Αναπτυγμένες Αγορές αποτελεί μια εξέλιξη με θετικό πρόσημο, το οποίο επιτρέπει στις ελληνικές εισηγμένες να αποκτήσουν πρόσβαση σε μια τεράστια δεξαμενή κεφαλαίων, ύψους άνω των 18 τρισ. δολαρίων. Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγει και η διεθνής εμπειρία, η οποία καταδεικνύει ότι η ένταξη στους δείκτες των Development Markets αφήνει μια γλυκιά επίγευση σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Κάπως έτσι, παρά τις όποιες ενστάσεις από μερίδα της επενδυτικής κοινότητας, σχηματίζεται μια κοινή άποψη ότι σε βάθος χρόνου το τελικό ισοζύγιο της αναβάθμισης θα γύρει την πλάστιγγα υπέρ των αισιόδοξων, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η τρέχουσα έκθεση των long-only funds στις ελληνικές μετοχές είναι αρκετά περιορισμένη, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός σημαντικού περιθωρίου βελτίωσης.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η επικείμενη αναταξινόμηση δημιουργεί a priori τις συνθήκες, ώστε να λειτουργήσει αυτομάτως ως καταλύτης για την αθρόα εισροή κεφαλαίων. Κι αυτό είναι κάτι, το οποίο επισημαίνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών οίκων. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση της Morgan Stanley, η οποία παρατηρεί ότι οι εκροές κεφαλαίων συνήθως προηγούνται χρονικά των εισροών, γεγονός που λειτουργεί ως μηχανισμός για την άσκηση βραχυπρόθεσμης πίεσης. Η αναγκαστική έξοδος όσων παθητικών funds επενδύουν αποκλειστικά σε μετοχές των Αναδυόμενων Αγορών, ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό την εν λόγω εκτίμηση.
Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η αγορά ερμηνεύει την απόφαση του MSCI να μεταθέσει την αναβάθμιση κατά εννέα μήνες, δηλαδή για τον Μάιο του 2027 αντί για τον Αύγουστο του 2026, ως μια προσπάθεια άμβλυνσης του παραπάνω κινδύνου, καθώς δίνει ένα μεγαλύτερο μεταβατικό χρονικό διάστημα, προκειμένου τα αναδυόμενα funds να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της αποχώρησης, με όσο το δυνατόν χαμηλότερο «θόρυβο».
Σε κάθε περίπτωση, όπως εξηγούν έμπειροι παράγοντες της αγοράς, η ενίσχυση της συμμετοχής των ξένων θεσμικών επενδυτών, ως απόρροια της αναβάθμισης, επίκειται μεταξύ άλλων να τονώσει τη διαθέσιμη ρευστότητα, να βελτιώσει τη λειτουργικότητα της αγοράς και να συμβάλει στην ενίσχυση της αξίας των εισηγμένων εταιρειών. Ταυτόχρονα, τα οφέλη επεκτείνονται και στο ψυχολογικό πεδίο, καθώς αφενός αίρει την απομόνωση της Λεωφόρου Αθηνών (μέχρι πρότινος ήταν η μοναδική αγορά της Ευρωζώνης στις Αναδυόμενες Αγορές), αφετέρου συνιστά ακόμη μία ψήφο εμπιστοσύνης στην ευρύτερη οικονομική δυναμική της χώρας.
Η γυναίκα CEO που «ενώνει» Βαρδινογιάννη – Μαρινάκη – Κόκκαλη
Τα δύο βασικά «πλην»
Από την άλλη πλευρά, όσοι στέκονται κριτικά απέναντι στην αναβάθμιση, καταθέτουν στον δημόσιο διάλογο δύο κεντρικές παραμέτρους:
- αφενός τη μείωση του συντελεστή στάθμισης της Ελλάδας στον παγκόσμιο δείκτη του MSCI, ο οποίος προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει από το 0,57% στις Αναδυόμενες Αγορές μόλις στο 0,06% στις Αναπτυγμένες Αγορές. Αντίστοιχη μείωση αναμένεται να επέλθει και στη συμμετοχή στον ευρωπαϊκό δείκτη του MSCI, καθώς οι ελληνικές μετοχές θα έχουν μερίδιο 0,36%. Μάλιστα, υπάρχουν αρκετοί αναλυτές, οι οποίοι κατεβάζουν ακόμη χαμηλότερα τον πήχη, υποστηρίζοντας ότι αυτό μπορεί να υποσκάψει κάθε πιθανό όφελος της αναβάθμισης σε επίπεδο επενδυτικής ορατότητας.
- αφετέρου την περικοπή του αριθμού των μετοχών που απαρτίζουν τον MSCI Greece (σήμερα ανέρχονται σε οκτώ). Οι ειδικοί εκτιμούν ότι, λόγω των αυστηρότερων απαιτήσεων, σ’ αυτόν θα συμπεριλαμβάνονται 4 έως 5 μετοχές, με τις υπόλοιπες να τίθενται εκτός του βασικού δείκτη και να υποβαθμίζονται κατά πάσα πιθανότητα στον Small Cap. Βέβαια, η τελευταία προσομοίωση του MSCI (στοιχεία Φεβρουαρίου) συμπεριλαμβάνει επτά μετοχές στον MSCI Greece, αν και η οριστική απόφαση θα ληφθεί με βάση τα δεδομένα του 2027.
Φυσικά, το ζήτημα της αναβάθμισης δεν μπορεί να εξετάζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η εξάλειψη των διεθνών γεωπολιτικών και ενεργειακών αβεβαιοτήτων, η διατήρηση της ανθεκτικής κερδοφορίας των εισηγμένων, η συνέχιση στη διανομή των γενναιόδωρων μερισμάτων, η υπεραπόδοση της ελληνικής ανάπτυξης και η εξασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την αξιοποίηση των όποιων θετικών ή για την άμβλυνση των όποιων αρνητικών προκύψουν από την επιστροφή της Αθήνας στις Αναπτυγμένες Αγορές. Δίπλα σ’ αυτά, τέλος, θα πρέπει να προστεθούν οι εξελίξεις γύρω από την υπαγωγή της αγοράς στην «ομπρέλα» της Euronext.
Η θέση της αγοράς
Στον απόηχο της απόφασης του MSCI, η Alpha Finance – AXIA κάνει λόγο για ένα διαρθρωτικό σημείο καμπής, το οποίο αφορά το story των ελληνικών μετοχών, με τη μετάθεση της αναβάθμισης για τον Μάιο του 2027 να διευκολύνει μια πιο ομαλή μετάβαση. Παρότι αναγνωρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος για βραχυπρόθεσμες πιέσεις, η χρηματιστηριακή εταιρεία συμπεραίνει ότι οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις είναι σαφώς θετικές, καθώς η ένταξη στις Development Markets θα διευρύνει τη βάση των επενδυτών, θα ενισχύσει τη ρευστότητα και θα συμβάλλει στη συμπίεση των ασφάλιστρων κινδύνου.
Φυσικά, κόντρα στα παραπάνω υπάρχει και ο αντίλογος. Για την JP Morgan, για παράδειγμα, η εικόνα είναι αρνητική, καθώς προβλέπει ότι η αναβάθμιση δεν θα φέρει το κύμα εισροών που αναμενόταν, με τις καθαρές εκροές από τα παθητικά funds να φθάνουν στα 604 εκατ. δολαρίων (εισροές 108 εκατ. δολαρίων και εκροές 712 εκατ. δολαρίων). Το κεντρικό επιχείρημα είναι το εξής: Η Ελλάδα πλέον θα συγκρίνεται με τις μεγάλες αναπτυγμένες αγορές της Ευρώπης, αποτελώντας μια μικρή υπο-κατηγορία και χάνοντας το προφίλ μιας ξεχωριστής κι ανερχόμενης επενδυτικής ιστορίας.
Σημείο προβληματισμού για την αμερικανική τράπεζα είναι ο χαμηλότερος συντελεστής βαρύτητας για τις ελληνικές μετοχές, οι οποίες στη νέα εποχή θα έχουν έναν περιορισμένο ρόλο σε διεθνές επίπεδο. Επίσης, η JP Morgan δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην άνιση κατανομή των όποιων εισροών, καθώς οι τελευταίες θα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις τράπεζες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η προβλεπόμενη μείωση του αριθμού των μετοχών του MSCI Greece θα επιφέρει σημαντικές εκροές σε όσες μετοχές μείνουν εκτός του βασικού δείκτη, μετά την αναβάθμιση.
Στο παραπάνω ζήτημα εστιάζει και η Morgan Stanley, η οποία θεωρεί ότι οι κυοφορούμενες αλλαγές στη σύνθεση του MSCI Greece, ως απόρροια της πληρότητας των αυστηρότερων κριτηρίων των Αναπτυγμένων Αγορών, θα οδηγήσουν σ’ έναν σχεδόν τραπεζοκεντρικό δείκτη, αφήνοντας εκτός παιχνιδιού τις περισσότερες μη χρηματοπιστωτικές μετοχές, οι οποίες μέχρι πρότινος συμπεριλαμβάνονταν στον βασικό δείκτη του MSCI. Ως αποτέλεσμα, καταλήγει η Morgan Stanley, η αναβάθμιση δεν πρόκειται να λειτουργήσει ομοιόμορφα, διανέμοντας άνισα τις εισροές κεφαλαίων προς τη Λεωφόρο Αθηνών.
«Σημαντικό βήμα προόδου»
Σε ανακοίνωσή της, η διοίκηση της ΕΧΑΕ επιβεβαιώνει ότι η αναβάθμιση σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς αναμένεται να διευρύνει τη συμμετοχή των θεσμικών επενδυτών, να ενισχύσει τη ρευστότητα της αγοράς και να ενδυναμώσει τη διεθνή θέση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Το ορόσημο αυτό, προσθέτει, σηματοδοτεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα προόδου σε μία περίοδο που το Χρηματιστήριο Αθηνών προχωρά σταθερά στην ενσωμάτωσή του στον Όμιλο Euronext, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση του εντός μιας κορυφαίας πανευρωπαϊκής υποδομής αγοράς, η οποία θα του επιτρέψει να αξιοποιήσει πλήρως τις ευκαιρίες που δημιουργούνται από την απόφαση του MSCI.
Από την πλευρά του, ο Camille Beudin, πρόεδρος του Ομίλου, συμπληρώνει ότι η απόφαση του MSCI «δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την εμβάθυνση της συμμετοχής στην αγορά, την υποστήριξη των ελληνικών εταιρειών στην πρόσβαση σε νέα κεφάλαια, και την περαιτέρω ενσωμάτωση της ελληνικής αγοράς στο ευρωπαϊκό οικονομικό οικοσύστημα». Τέλος, ο διευθύνων σύμβουλος, Γιάννης Κοντόπουλος, κάνει λόγο για ένα ορόσημο, το οποίο «αντανακλά την έμπρακτη και διαρκώς αυξανόμενη ψήφο εμπιστοσύνης στην πορεία ανάπτυξης και στη θεσμική ωριμότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς».
Η προσομοίωση του MSCI για τους συντελεστές βαρύτητας στον δείκτη MSCI Europe των Αναπτυγμένων Αγορών
• Ην. Βασίλειο 22,09%
• Γαλλία 16,49%
• Γερμανία 14,99%
• Ελβετία 14,17%
• Ολλανδία 7,65%
• Σουηδία 5,54%
• Ισπανία 5,42%
• Ιταλία 4,77%
• Δανία 2,96%
• Βέλγιο 1,7%
• Φινλανδία 1,63%
• Νορβηγία 0,90%
• Ιρλανδία 0,66%
• Ελλάδα 0,36%
• Αυστρία 0,37%
• Πορτογαλία 0,32%

