Το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ιράν για μια ειρηνευτική συμφωνία στη Μέση Ανατολή, έχει δημιουργήσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, με τους traders να εκτιμούν πλέον ότι η όποια λύση δεν θα έρθει τόσο σύντομα όσο εμμένει να δηλώνει συνεχώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
H νευρικότητα από τις εξελίξεις καταγράφεται εμφατικά στις τιμές του πετρελαίου που εκτοξεύονται στα χρηματιστήρια. Χαρακτηριστικό είναι ότι το αργό Μπρεντ (η διεθνής τιμή αναφοράς) ξεπέρασε νωρίτερα σήμερα τα 126 δολάρια το βαρέλι: ένα επίπεδο που έχει να καταγραφεί εδώ και τέσσερα χρόνια, από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Αργά το βράδυ, το Μπρεντ υποχωρούσε περίπου στα 114 δολάρια, ενώ η τιμή του αμερικανικού αργού πετρελαίου (WTI) ήταν πάνω από τα 104 δολάρια. Υπενθυμίζεται ότι το Μπρεντ ήταν στο επίπεδο των 70 δολαρίων πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ στο Ιράν, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη και η γενικότερη αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στον εφοδιασμό του πετρελαίου, τα οποία στη συνέχεια αποτυπώνονται στις τσέπες των καταναλωτών ολόκληρου του πλανήτη.
Αυτό το σοκ στις προμήθειες και τις τιμές πετρελαίου ασκεί πίεση στον Τραμπ, ο οποίος φέρεται να εξετάζει τις στρατιωτικές του επιλογές, προκειμένου να βγει από το σημερινό αδιέξοδο.
Αργεί η επιστροφή στην κανονικότητα
Όπως καταγράφεται, λοιπόν, η αγορά πετρελαίου εγκαταλείπει τις ελπίδες για γρήγορη επιστροφή στην ομαλότητα. Οι επενδυτές εκτιμούν τώρα «ότι ένα εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ τον Μάιο θα ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό», εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Όλε Ρ. Χβάλμπιε, αναλυτής στη SEB. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η νέα τάση εξηγείται από την έλλειψη διπλωματικής προόδου και μια «αλλαγή ρητορικής» του Ντόναλντ Τραμπ. Πιο απλά, οι αγορές σταμάτησαν να στοιχηματίζουν στο τέλος των εχθροπραξιών για να ευθυγραμμιστούν με την πραγματικότητας μιας παρατεταμένης έλλειψης.
Η αγορά φαίνεται να προτιμά για την ώρα το σενάριο μιας επανέναρξης των ροών πετρελαίου τον Ιούνιο. «Και σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές δεν θα φθάσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Χόρχε Λεόν, αναλυτής στην Rystad Energy. Αλλά «εάν το Στενά δεν ξανανοίξουν και οι συγκρούσεις ξαναρχίσουν, είναι απολύτως πιθανόν» το βαρέλι να φθάσει σε αυτό το επίπεδο, πρόσθεσε ο ίδιος, ένα συμβολικό επίπεδο υψηλότερο του ιστορικού ρεκόρ του 2008 των 147,50 δολαρίων.
Κάθε εβδομάδα καθυστέρησης στην άρση του αποκλεισμού του Ορμούζ «προσθέτει περίπου 5 δολάρια στη μέση τιμή του βαρελιού» στα σενάρια των επενδυτών, εξηγεί από την πλευρά του ο Χβάλμπιε, για τον οποίον το όριο των 150 δολαρίων αντιπροσωπεύει μια παρατεταμένη παράλυση έως τον Ιούλιο. Αλλά εάν το βαρέλι φθάσει σε μια τέτοια τιμή, θα περιοριστεί αυτομάτως η ζήτηση, καθώς πολλοί καταναλωτές και εταιρίες δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να περιορίσουν σημαντικά τις αγορές τους, σύμφωνα με τον αναλυτή.
Καθώς τα στρατηγικά αποθέματα μειώνονται, η ζήτηση αναμένεται ουσιαστικά να προσαρμοστεί σε μια χαμηλότερη διαθεσιμότητα ποσοτήτων μαύρου χρυσού, διαμορφώνοντας μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα.
Οι επιπτώσεις
Η πιο άμεση επίπτωση είναι στην αντλία, όπου πλήττει σκληρά τους οδηγούς πολλών χωρών, κυρίως στις ΗΠΑ όπου η τιμή του γαλονιού είναι μεγάλο πολιτικό ζήτημα. Παρατηρείται επίσης στους λογαριασμούς ενέργειας. Δεύτερον, οι τιμές του πετρελαίου διοχετεύονται στις αλυσίδες παραγωγής, μέσω του κόστους ενέργειας και μεταφοράς για τις επιχειρήσεις. Μόλις φθάσουν στον τελικό καταναλωτή, οδηγούν σε αύξηση των τιμών. Από τα τρόφιμα έως τα ενδύματα, ο πληθωρισμός αυξάνεται.
«Είναι ένας πραγματικός φαύλος κύκλος: θα καταλήξει στο να πλήξει απολύτως όλους τους κλάδους της οικονομίας, καθώς ο ρόλος (του πετρελαίου) είναι κεντρικός», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο η Κάθλιν Μπρουκς από το XTB.
Εκτός των τιμών, ο παρατεταμένος αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ αυξάνει τον κίνδυνο να σημειωθούν ελλείψεις στην αντλία και να καθηλωθούν στο έδαφος αεροσκάφη κατά τη θερινή περίοδο στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, και ακόμα, εάν τραβήξει πολύ, να προκαλέσει μια επισιτιστική κρίση κυρίως σε κάποιες χώρες της Αφρικής.
«Μια μεγάλη ποσότητα λιπασμάτων παράγεται στη Μέση Ανατολή και δεν μπορεί να εξαχθεί», τονίζει η Κάθλιν Μπρουκς.

