Έως το τέλος του 2029, εκτιμά η Τράπεζα της Ελλάδος, ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να «επιστρέψει» στην κατηγορία Α, στην οποία βρίσκονταν το 2009.
Όπως σημειώνει, η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών που λαμβάνουν υπόψη οι οίκοι αξιολόγησης, με αποτέλεσμα τις αναβαθμίσεις των ελληνικού αξιόχρεου τα τελευταία χρόνια.
«Για την περίοδο 2026-29 αναμένεται περαιτέρω βελτίωση των παραμέτρων, πρωτίστως των δημόσιων οικονομικών και δευτερευόντως των μακροοικονομικών μεγεθών. Η εξέλιξη αυτή, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα οδηγήσει σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της κρατικής πιστοληπτικής ικανότητας, με θετική επίδραση τόσο για το Ελληνικό Δημόσιο όσο και για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις», τονίζει στην ετήσια έκθεσή της η ΤτΕ. Συμπληρώνει μάλιστα ότι η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων σε θεσμούς όπως η Δικαιοσύνη και η δημόσια διοίκηση θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες, με απτά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι οίκοι αξιολόγησης βαθμολογούν το ελληνικό αξιόχρεο δύο βαθμίδες κάτω από την κατηγορία Α με εξαίρεση τον οίκο Moody’s που βαθμολογεί την ελληνική οικονομία τρεις βαθμίδες κάτω από την Α. Σε λίγες ημέρες, στις 24 Απριλίου αναμένεται η ετυμηγορία του οίκου αξιολόγησης Standard & Poor’s και στις 8 Μαΐου του οίκου Fitch.
Γιατί είναι σημαντικές οι αναβαθμίσεις;
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων είναι στενά συνδεδεμένες με τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις της χώρας.
Από το 2019 και ύστερα, οι μεγάλοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης (Fitch, Moody’s και S&P), αλλά και οι άλλοι δύο οίκοι που αναγνωρίζονται από το Ευρωσύστημα ως εξωτερικοί οργανισμοί πιστοληπτικής αξιολόγησης (Scope και Morningstar-DBRS), έχουν προβεί σε αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας (sovereign credit rating).
Οι αναβαθμίσεις έχουν συνοδευθεί από σημαντική αποκλιμάκωση της διαφοράς των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων από εκείνες των γερμανικών.
Οδηγούν, επίσης, σε μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους του Ελληνικού Δημοσίου, των εγχώριων τραπεζών και των ελληνικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της συνολικής ζήτησης στην ελληνική οικονομία και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Κατά συνέπεια, «ενδεχόμενη συνέχιση των αναβαθμίσεων αναμένεται να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα οφέλη για την ελληνική οικονομία, με περαιτέρω μείωση του κόστους χρηματοδότησης του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας σε ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας διεθνώς».
Οι προβλέψεις των οίκων για την ελληνική οικονομία
Οι τρεις μεγάλοι οίκοι (Fitch, Moody’s και S&P) αναμένουν θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ για τα έτη 2026 και 2027, της τάξεως του 2 – 2,3% για το 2026 και 1,9 – 2,1% για το 2027.
Με βάση τις παραδοχές του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού (ΠΔΠ) 2026-2029 του υπουργείου Οικονομικών, αναμένεται σταδιακή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένεται να μειωθούν από 2,4% το 2026 σε 1,7% το 2027, 1,6% το 2028 και 1,3% το 2029.
Οι προβλέψεις των οίκων αξιολόγησης για τα δημοσιονομικά μεγέθη είναι σχετικά ομοιογενείς και αναμένουν διατήρηση της δημοσιονομικής σύνεσης έως και το 2027.
Με βάση τις προβλέψεις του ΠΔΠ 2026-2029, αναμένεται ότι ο προϋπολογισμός της γενικής κυβέρνησης θα παραμείνει περίπου ισοσκελισμένος, δηλαδή τα δημοσιονομικά έσοδα θα καλύπτουν τις δαπάνες. Σε συνδυασμό με τις μειωμένες δαπάνες για τόκους, αναμένεται μείωση του δημόσιου χρέους στο 119% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029, από περίπου 146% στο τέλος του 2025.

