Η πάγια πεποίθηση στη χώρα μας, ριζωμένη βαθιά από τη μεταπολίτευση και μετά, ήταν πως η φοροδιαφυγή αποτελεί ένα ιδιότυπο εθνικό σπορ στο οποίο το κράτος συμμετέχει ως ο μόνιμα ηττημένος ή ο άσχετος διαιτητής. Για δεκαετίες, ο έλεγχος βασιζόταν στο στοιχείο της τύχης, στις γνωριμίες ή στο υποστελεχωμένο και συχνά αναποτελεσματικό δυναμικό των εφοριών, επιτρέποντας σε ένα τεράστιο κομμάτι της οικονομίας να λειτουργεί κάτω από το ραντάρ.
Εδώ και αρκετό καιρό όμως, σταδιακά αυτή η εποχή της λογιστικής αμεριμνησίας λαμβάνει τέλος, όχι με κάποιον βαρύγδουπο νόμο που θα ψηφιστεί στη Βουλή και θα ξεχαστεί την επόμενη μέρα, αλλά με την αθόρυβη, σαρωτική εφαρμογή της ψηφιοποίησης και της ανάλυσης μεγάλων δεδομένων. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή τον λεγόμενο “Ψηφιακό Ελεγκτή”. Δεν πρόκειται για κάποιο ενιαίο, αυτόνομο σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης που βγάζει μόνο του αποφάσεις, αλλά για έναν πανίσχυρο συνδυασμό από μοντέλα ανάλυσης ρίσκου, πίνακες δεδομένων επιχειρηματικής νοημοσύνης (Business Intelligence) και data analytics.
Αυτός ο μηχανισμός δεν ξεφυλλίζει κιτρινισμένα τιμολόγια, αλλά οπτικοποιεί εκατομμύρια ψηφιακά ίχνη σε κλάσματα δευτερολέπτου. Την ίδια ώρα που διαβάζετε το κείμενο, τα εργαλεία αυτά διασταυρώνουν ταυτόχρονα τα δεδομένα από το myDATA, τις κινήσεις των POS, το Κτηματολόγιο και άλλες βάσεις δεδομένων, ενώ αντλούν στοχευμένα τραπεζικά δεδομένα όταν προκύπτει ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, διαμορφώνοντας ένα δυναμικό προφίλ κινδύνου (risk scoring) για κάθε ένα ΑΦΜ. Το πιο εντυπωσιακό, και συνάμα τρομακτικό για όσους παραμένουν προσκολλημένοι στις πρακτικές του παρελθόντος, είναι η ικανότητα αυτού του πλέγματος να “παντρεύει” τα ασύμβατα στοιχεία. Μια απότομη, αδικαιολόγητη αύξηση περιουσιακών στοιχείων ή οι υψηλές δαπάνες μέσω καρτών διασταυρώνονται με τη μηδενική δήλωση ΦΠΑ, και το σύστημα υποδεικνύει την υπόθεση στον ελεγκτή όχι επειδή “μύρισε” τη φοροδιαφυγή, αλλά επειδή τα data analytics εντόπισαν τη στατιστική ασυνέπεια.
Η στόχευση της φορολογικής διοίκησης έχει μετατοπιστεί οριστικά από την παραδοσιακή, εκ των υστέρων επαλήθευση, στην προληπτική ανίχνευση. Αν ο τζίρος από τις κάρτες δεν ταυτίζεται με τα δηλωθέντα έσοδα, αν υπάρχουν κυκλικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών χωρίς σαφή δραστηριότητα, ή αν το περιθώριο κέρδους μιας επιχείρησης αποκλίνει αδικαιολόγητα από τον μέσο όρο του κλάδου της, ο μηχανισμός ανάλυσης δεν περιμένει ούτε κατανοεί από “λογιστικά λάθη”. Κατατάσσει την υπόθεση στις υψηλού ρίσκου και η διαδικασία ελέγχου ενεργοποιείται σχεδόν αυτόματα. Αυτό ακριβώς το μοντέλο, που κυνηγά τα ασύμβατα με το οικονομικό προφίλ δεδομένα και όχι τις προθέσεις, είναι που κάνει το νέο σύστημα αμείλικτο.
Το εντυπωσιακότερο όλων είναι πως αυτό που βιώνει σήμερα η αγορά είναι απλώς η αρχή, μια προθέρμανση. Στο άμεσο μέλλον, το ψηφιακό δίχτυ θα πυκνώσει περαιτέρω, κλείνοντας και τα τελευταία παράθυρα διαφυγής. Η ενσωμάτωση δεδομένων από διεθνείς πλατφόρμες ανταλλαγής πληροφοριών, ο στενός έλεγχος των εμβασμάτων προς το εξωτερικό και η παρακολούθηση των αθέατων μέχρι πρότινος συναλλαγών με κρυπτονομίσματα βρίσκονται ήδη στα τελευταία στάδια προετοιμασίας και προ των πυλών. Με την υποχρεωτική διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS να έχει κλείσει τη στρόφιγγα του παραδοσιακού “μαύρου”, η φορολογική συμμόρφωση μετατρέπεται ταχύτατα από προσωπική επιλογή σε μαθηματικό μονόδρομο.
Όλες αυτές οι αλλαγές δεν είναι αποσπασματικές, αλλά εντάσσονται στον κεντρικό πυρήνα του Στρατηγικού Σχεδίου της ΑΑΔΕ για την περίοδο 2025-2029, ένα πρόγραμμα που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά και αμετάκλητα τον χάρτη της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα. Μέχρι τη λήξη αυτού του σχεδιασμού, ο έλεγχος δεν θα ακολουθεί απλώς τη συναλλαγή, αλλά θα ταυτίζεται χρονικά με αυτήν. Οι διασταυρώσεις θα γίνονται ταχύτερα, ενώ νέες, εξωτικές για τα σημερινά δεδομένα πηγές, όπως η ψηφιακή διακίνηση παραστατικών μέσω ψηφιακού δελτίου αποστολής και τα γεωχωρικά δεδομένα μέσω δορυφορικών εικόνων για τον έλεγχο αγροτικών ενισχύσεων, θα βρίσκονται στο καθημερινό οπλοστάσιο των ελεγκτικών μηχανισμών. Το ρητό δόγμα του σχεδίου είναι η δημιουργία ενός οικοσυστήματος όπου θα είναι “εύκολο να συμμορφωθείς, αλλά εξαιρετικά δύσκολο να το αποφύγεις”. Τα προγνωστικά μοντέλα δεν θα περιορίζονται στον εντοπισμό όσων κρύβουν εισοδήματα, αλλά θα φτάνουν στο σημείο να προβλέπουν τη συμπεριφορά πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλετών, προτείνοντας αυτόματα στοχευμένες παρεμβάσεις, υπενθυμίσεις ή αναγκαστικά μέτρα, ανάλογα με το ψηφιακό προφίλ του καθενός. Το κράτος παύει να είναι ο τυφλός διώκτης και μετατρέπεται σε έναν πανεπόπτη-αναλυτή δεδομένων, που βλέπει σχεδόν τα πάντα. Με απλά λόγια: η εποχή που η φοροδιαφυγή κρυβόταν μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του αρχείου των ΔΟΥ, στο απέραντο χάος των δεδομένων, τελείωσε οριστικά.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η απότομη προσγείωση στη σκληρή ψηφιακή πραγματικότητα ενοχλεί. Αναστατώνει μια κοινωνία εθισμένη επί γενεές στην ελαστικότητα των κανόνων και προκαλεί ασφυξία σε ένα μεγάλο κομμάτι της εγχώριας αγοράς που επιβίωνε ή ανταγωνιζόταν αποκλειστικά χάρη στην παραοικονομία. Η κατάρρευση αυτού του παλαιού, στρεβλού μοντέλου είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει κραδασμούς και ίσως οδηγήσει επιχειρήσεις που στήριζαν τη βιωσιμότητά τους στη φοροκλοπή, εκτός αγοράς. Όμως, αν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε την ευρύτερη εικόνα, θα συνειδητοποιήσουμε πως αυτή η βίαιη ωρίμανση είναι ίσως η σημαντικότερη διαρθρωτική μεταρρύθμιση που συντελέστηκε στη χώρα μετά την είσοδό της στο Ευρώ.
Η εξάλειψη του αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των συνεπών επιχειρηματιών, η απαραίτητη διεύρυνση της φορολογικής βάσης που θα επιτρέψει τη μελλοντική μείωση των συντελεστών και η απεξάρτηση του κρατικού μηχανισμού από τις πελατειακές σχέσεις του παρελθόντος, δεν αποτελούν απειλή, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης για τη χώρα. Τα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει οριστικά και μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα αλλάξουν ακόμη περισσότερο, βάζοντας ταφόπλακα στην κουλτούρα της προχειρότητας και της αρπακόλλας. Και, παρά την όποια αρχική δυσφορία ή τον φόβο απέναντι στην ανάλυση των δεδομένων, αυτή η δομική αλλαγή είναι ξεκάθαρα και αναντίρρητα προς το συμφέρον όλων μας.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

